παίρνω conjugation in Greek
"παίρνω" is a common greek verb meaning "to take; to get". Below are its conjugations across major tenses.
παίρνω
to take; to get
Ενεστώτας
εγώεγώ παίρνω
εσύεσύ παίρνεις
αυτός/αυτήαυτός παίρνει
εμείςεμείς παίρνουμε
εσείςεσείς παίρνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί παίρνουν
Παρατατικός
εγώεγώ έπαιρνα
εσύεσύ έπαιρνες
αυτός/αυτήαυτός έπαιρνε
εμείςεμείς παίρναμε
εσείςεσείς παίρνατε
αυτοί/αυτέςαυτοί έπαιρναν
Αόριστος
εγώεγώ πήρα
εσύεσύ πήρες
αυτός/αυτήαυτός πήρε
εμείςεμείς πήραμε
εσείςεσείς πήρατε
αυτοί/αυτέςαυτοί πήραν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα παίρνω
εσύεσύ θα παίρνεις
αυτός/αυτήαυτός θα παίρνει
εμείςεμείς θα παίρνουμε
εσείςεσείς θα παίρνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα παίρνουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα πάρω
εσύεσύ θα πάρεις
αυτός/αυτήαυτός θα πάρει
εμείςεμείς θα πάρουμε
εσείςεσείς θα πάρετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα πάρουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να παίρνω
εσύεσύ να παίρνεις
αυτός/αυτήαυτός να παίρνει
εμείςεμείς να παίρνουμε
εσείςεσείς να παίρνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να παίρνουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να πάρω
εσύεσύ να πάρεις
αυτός/αυτήαυτός να πάρει
εμείςεμείς να πάρουμε
εσείςεσείς να πάρετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να πάρουν
Usages & examples
παίρνω + αντικείμενοΠαίρνω ένα μπουκάλι νερό πριν φύγω.I grab a bottle of water before I leave.
παίρνω τηλέφωνο κάποιονΣε παίρνω τηλέφωνο το βράδυ.I'll call you tonight.
παίρνω το + μέσο μεταφοράςΠαίρνω το μετρό για τη δουλειά κάθε μέρα.I take the metro to work every day.
μου παίρνει + χρόνοΜου παίρνει δέκα λεπτά να ετοιμαστώ.It takes me ten minutes to get ready.