παγώνω conjugation in Greek

"παγώνω" is a common greek verb meaning "freeze". Below are its conjugations across major tenses.

Open This Verb In App Browse Greek Verbs
παγώνω

freeze

Ενεστώτας

εγώεγώ παγώνω
εσύεσύ παγώνεις
αυτός/αυτήαυτός παγώνει
εμείςεμείς παγώνουμε
εσείςεσείς παγώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί παγώνουν

Παρατατικός

εγώεγώ πάγωνα
εσύεσύ πάγωνες
αυτός/αυτήαυτός πάγωνε
εμείςεμείς παγώναμε
εσείςεσείς παγώνατε
αυτοί/αυτέςαυτοί πάγωναν

Αόριστος

εγώεγώ πάγωσα
εσύεσύ πάγωσες
αυτός/αυτήαυτός πάγωσε
εμείςεμείς παγώσαμε
εσείςεσείς παγώσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί πάγωσαν

Μέλλοντας Διαρκείας

εγώεγώ θα παγώνω
εσύεσύ θα παγώνεις
αυτός/αυτήαυτός θα παγώνει
εμείςεμείς θα παγώνουμε
εσείςεσείς θα παγώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα παγώνουν

Συνοπτικός Μέλλοντας

εγώεγώ θα παγώσω
εσύεσύ θα παγώσεις
αυτός/αυτήαυτός θα παγώσει
εμείςεμείς θα παγώσουμε
εσείςεσείς θα παγώσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα παγώσουν

Υποτακτική Διαρκείας

εγώεγώ να παγώνω
εσύεσύ να παγώνεις
αυτός/αυτήαυτός να παγώνει
εμείςεμείς να παγώνουμε
εσείςεσείς να παγώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να παγώνουν

Συνοπτική Υποτακτική

εγώεγώ να παγώσω
εσύεσύ να παγώσεις
αυτός/αυτήαυτός να παγώσει
εμείςεμείς να παγώσουμε
εσείςεσείς να παγώσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να παγώσουν

Usages & examples

παγώνω κάτιΠάγωσα τα ποτήρια στην κατάψυξη.I froze the glasses in the freezer.
παγώνω (κρυώνω πολύ)Χωρίς μπουφάν το βράδυ παγώνω.Without a jacket at night I’m freezing.
το X παγώνειΤο νερό παγώνει στους μηδέν βαθμούς.Water freezes at zero degrees.
πάγωσα από σοκΌταν άκουσα τα νέα, πάγωσα.When I heard the news, I froze.