πειράζω conjugation in Greek
"πειράζω" is a common greek verb meaning "to bother; to tease". Below are its conjugations across major tenses.
πειράζω
to bother; to tease
Ενεστώτας
εγώεγώ πειράζω
εσύεσύ πειράζεις
αυτός/αυτήαυτός πειράζει
εμείςεμείς πειράζουμε
εσείςεσείς πειράζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί πειράζουν
Παρατατικός
εγώεγώ πείραζα
εσύεσύ πείραζες
αυτός/αυτήαυτός πείραζε
εμείςεμείς πειράζαμε
εσείςεσείς πειράζατε
αυτοί/αυτέςαυτοί πείραζαν
Αόριστος
εγώεγώ πείραξα
εσύεσύ πείραξες
αυτός/αυτήαυτός πείραξε
εμείςεμείς πειράξαμε
εσείςεσείς πειράξατε
αυτοί/αυτέςαυτοί πείραξαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα πειράζω
εσύεσύ θα πειράζεις
αυτός/αυτήαυτός θα πειράζει
εμείςεμείς θα πειράζουμε
εσείςεσείς θα πειράζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα πειράζουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα πειράξω
εσύεσύ θα πειράξεις
αυτός/αυτήαυτός θα πειράξει
εμείςεμείς θα πειράξουμε
εσείςεσείς θα πειράξετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα πειράξουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να πειράζω
εσύεσύ να πειράζεις
αυτός/αυτήαυτός να πειράζει
εμείςεμείς να πειράζουμε
εσείςεσείς να πειράζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να πειράζουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να πειράξω
εσύεσύ να πειράξεις
αυτός/αυτήαυτός να πειράξει
εμείςεμείς να πειράξουμε
εσείςεσείς να πειράξετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να πειράξουν
Usages & examples
πειράζω κάποιον (πειρακτικά)Μην θυμώνεις, απλώς σε πειράζω!Don't get mad, I'm just teasing you!
κάτι με πειράζειΤο τηγανητό φαγητό με πειράζει στο στομάχι.Fried food upsets my stomach.
Σε πειράζει να + υπ.Σε πειράζει να κλείσω τη μουσική;Do you mind if I turn off the music?
Μην πειράζεις + αντικείμενοΜην πειράζεις τα εργαλεία του μπαμπά.Don't mess with dad's tools.