περνάω conjugation in Greek

"περνάω" is a common greek verb meaning "to pass; to spend". Below are its conjugations across major tenses.

Open This Verb In App Browse Greek Verbs
περνάω

to pass; to spend

Ενεστώτας

εγώεγώ περνάω
εσύεσύ περνάς
αυτός/αυτήαυτός περνάει
εμείςεμείς περνάμε
εσείςεσείς περνάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί περνάνε

Παρατατικός

εγώεγώ περνούσα
εσύεσύ περνούσες
αυτός/αυτήαυτός περνούσε
εμείςεμείς περνούσαμε
εσείςεσείς περνούσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί περνούσαν

Αόριστος

εγώεγώ πέρασα
εσύεσύ πέρασες
αυτός/αυτήαυτός πέρασε
εμείςεμείς περάσαμε
εσείςεσείς περάσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί πέρασαν

Μέλλοντας Διαρκείας

εγώεγώ θα περνάω
εσύεσύ θα περνάς
αυτός/αυτήαυτός θα περνάει
εμείςεμείς θα περνάμε
εσείςεσείς θα περνάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα περνάνε

Συνοπτικός Μέλλοντας

εγώεγώ θα περάσω
εσύεσύ θα περάσεις
αυτός/αυτήαυτός θα περάσει
εμείςεμείς θα περάσουμε
εσείςεσείς θα περάσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα περάσουν

Υποτακτική Διαρκείας

εγώεγώ να περνάω
εσύεσύ να περνάς
αυτός/αυτήαυτός να περνάει
εμείςεμείς να περνάμε
εσείςεσείς να περνάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί να περνάνε

Συνοπτική Υποτακτική

εγώεγώ να περάσω
εσύεσύ να περάσεις
αυτός/αυτήαυτός να περάσει
εμείςεμείς να περάσουμε
εσείςεσείς να περάσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να περάσουν

Usages & examples

από + μέροςΚάθε πρωί περνάω από το φούρνο για καφέ.Every morning I pass by the bakery for coffee.
περνάω καλά/άσχημαΣτο πάρτι περάσαμε τέλεια!We had an awesome time at the party!
περνάω εξετάσεις/μάθημαΕλπίζω να περάσεις τις εξετάσεις σου.I hope you pass your exams.
περνάω δύσκολαΟ Κώστας περνάει δύσκολα μετά την απόλυση.Kostas is having a hard time after the lay-off.