πονάω conjugation in Greek

"πονάω" is a common greek verb meaning "to hurt; to be in pain". Below are its conjugations across major tenses.

Open This Verb In App Browse Greek Verbs
πονάω

to hurt; to be in pain

Ενεστώτας

εγώεγώ πονάω
εσύεσύ πονάς
αυτός/αυτήαυτός πονάει
εμείςεμείς πονάμε
εσείςεσείς πονάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί πονάνε

Παρατατικός

εγώεγώ πονούσα
εσύεσύ πονούσες
αυτός/αυτήαυτός πονούσε
εμείςεμείς πονούσαμε
εσείςεσείς πονούσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί πονούσαν

Αόριστος

εγώεγώ πόνεσα
εσύεσύ πόνεσες
αυτός/αυτήαυτός πόνεσε
εμείςεμείς πονέσαμε
εσείςεσείς πονέσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί πόνεσαν

Μέλλοντας Διαρκείας

εγώεγώ θα πονάω
εσύεσύ θα πονάς
αυτός/αυτήαυτός θα πονάει
εμείςεμείς θα πονάμε
εσείςεσείς θα πονάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα πονάνε

Συνοπτικός Μέλλοντας

εγώεγώ θα πονέσω
εσύεσύ θα πονέσεις
αυτός/αυτήαυτός θα πονέσει
εμείςεμείς θα πονέσουμε
εσείςεσείς θα πονέσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα πονέσουν

Υποτακτική Διαρκείας

εγώεγώ να πονάω
εσύεσύ να πονάς
αυτός/αυτήαυτός να πονάει
εμείςεμείς να πονάμε
εσείςεσείς να πονάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί να πονάνε

Συνοπτική Υποτακτική

εγώεγώ να πονέσω
εσύεσύ να πονέσεις
αυτός/αυτήαυτός να πονέσει
εμείςεμείς να πονέσουμε
εσείςεσείς να πονέσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να πονέσουν

Usages & examples

πονάει + μέρος σώματοςΤο στομάχι μου πονάει.My stomach hurts.
με πονάει + μέρος σώματοςΜε πονάει η πλάτη.My back is hurting me.
πονάω για + κάποιον/κάτιΠονάω για τον πατέρα μου που είναι άρρωστος.I ache for my father who is sick.
πονάω όταν + πρότασηΠονάω όταν σηκώνω βάρος.It hurts when I lift weight.