σκαρφαλώνω conjugation in Greek
"σκαρφαλώνω" is a common greek verb meaning "climb". Below are its conjugations across major tenses.
σκαρφαλώνω
climb
Ενεστώτας
εγώεγώ σκαρφαλώνω
εσύεσύ σκαρφαλώνεις
αυτός/αυτήαυτός σκαρφαλώνει
εμείςεμείς σκαρφαλώνουμε
εσείςεσείς σκαρφαλώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί σκαρφαλώνουν
Παρατατικός
εγώεγώ σκαρφάλωνα
εσύεσύ σκαρφάλωνες
αυτός/αυτήαυτός σκαρφάλωνε
εμείςεμείς σκαρφαλώναμε
εσείςεσείς σκαρφαλώνατε
αυτοί/αυτέςαυτοί σκαρφάλωναν
Αόριστος
εγώεγώ σκαρφάλωσα
εσύεσύ σκαρφάλωσες
αυτός/αυτήαυτός σκαρφάλωσε
εμείςεμείς σκαρφαλώσαμε
εσείςεσείς σκαρφαλώσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί σκαρφάλωσαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα σκαρφαλώνω
εσύεσύ θα σκαρφαλώνεις
αυτός/αυτήαυτός θα σκαρφαλώνει
εμείςεμείς θα σκαρφαλώνουμε
εσείςεσείς θα σκαρφαλώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα σκαρφαλώνουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα σκαρφαλώσω
εσύεσύ θα σκαρφαλώσεις
αυτός/αυτήαυτός θα σκαρφαλώσει
εμείςεμείς θα σκαρφαλώσουμε
εσείςεσείς θα σκαρφαλώσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα σκαρφαλώσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να σκαρφαλώνω
εσύεσύ να σκαρφαλώνεις
αυτός/αυτήαυτός να σκαρφαλώνει
εμείςεμείς να σκαρφαλώνουμε
εσείςεσείς να σκαρφαλώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να σκαρφαλώνουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να σκαρφαλώσω
εσύεσύ να σκαρφαλώσεις
αυτός/αυτήαυτός να σκαρφαλώσει
εμείςεμείς να σκαρφαλώσουμε
εσείςεσείς να σκαρφαλώσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να σκαρφαλώσουν
Usages & examples
σκαρφαλώνω σε + μέροςΤο παιδί σκαρφάλωσε στο δέντρο.The kid climbed up the tree.
σκαρφαλώνω τον/την/το + αντικείμενοΣκαρφαλώσαμε τον βράχο σε δέκα λεπτά.We climbed the rock in ten minutes.
σκαρφαλώνω στην κατάταξη/λίσταΗ ομάδα σκαρφάλωσε στην τρίτη θέση της βαθμολογίας.The team climbed to third place in the standings.
σκαρφαλώνω από + σημείοΣκαρφάλωσε από το μπαλκόνι και μπήκε στο σπίτι.He climbed in through the balcony and entered the house.