στήνω conjugation in Greek

"στήνω" is a common greek verb meaning "to set up". Below are its conjugations across major tenses.

Open This Verb In App Browse Greek Verbs
στήνω

to set up

Ενεστώτας

εγώεγώ στήνω
εσύεσύ στήνεις
αυτός/αυτήαυτός στήνει
εμείςεμείς στήνουμε
εσείςεσείς στήνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί στήνουν

Παρατατικός

εγώεγώ έστηνα
εσύεσύ έστηνες
αυτός/αυτήαυτός έστηνε
εμείςεμείς στήναμε
εσείςεσείς στήνατε
αυτοί/αυτέςαυτοί έστηναν

Αόριστος

εγώεγώ έστησα
εσύεσύ έστησες
αυτός/αυτήαυτός έστησε
εμείςεμείς στήσαμε
εσείςεσείς στήσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί έστησαν

Μέλλοντας Διαρκείας

εγώεγώ θα στήνω
εσύεσύ θα στήνεις
αυτός/αυτήαυτός θα στήνει
εμείςεμείς θα στήνουμε
εσείςεσείς θα στήνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα στήνουν

Συνοπτικός Μέλλοντας

εγώεγώ θα στήσω
εσύεσύ θα στήσεις
αυτός/αυτήαυτός θα στήσει
εμείςεμείς θα στήσουμε
εσείςεσείς θα στήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα στήσουν

Υποτακτική Διαρκείας

εγώεγώ να στήνω
εσύεσύ να στήνεις
αυτός/αυτήαυτός να στήνει
εμείςεμείς να στήνουμε
εσείςεσείς να στήνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να στήνουν

Συνοπτική Υποτακτική

εγώεγώ να στήσω
εσύεσύ να στήσεις
αυτός/αυτήαυτός να στήσει
εμείςεμείς να στήσουμε
εσείςεσείς να στήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να στήσουν

Usages & examples

στήνω κάτι (αντικείμενο)Μπορείς να με βοηθήσεις να στήσω τη σκηνή;Can you help me set up the tent?
στήνω μια εκδήλωση/κόλποΣτήσαμε ένα μικρό πάρτι στην ταράτσα.We set up a small party on the rooftop.
στήνω κάποιον (να περιμένει)Με έστησε μια ώρα στο ραντεβού.He kept me waiting for an hour at our date.
στήνω αυτίΈστησα αυτί για να ακούσω τι έλεγαν οι γείτονες.I pricked up my ears to hear what the neighbors were saying.