στρίβω conjugation in Greek

"στρίβω" is a common greek verb meaning "turn". Below are its conjugations across major tenses.

Open This Verb In App Browse Greek Verbs
στρίβω

turn

Ενεστώτας

εγώεγώ στρίβω
εσύεσύ στρίβεις
αυτός/αυτήαυτός στρίβει
εμείςεμείς στρίβουμε
εσείςεσείς στρίβετε
αυτοί/αυτέςαυτοί στρίβουν

Παρατατικός

εγώεγώ έστριβα
εσύεσύ έστριβες
αυτός/αυτήαυτός έστριβε
εμείςεμείς στρίβαμε
εσείςεσείς στρίβατε
αυτοί/αυτέςαυτοί έστριβαν

Αόριστος

εγώεγώ έστριψα
εσύεσύ έστριψες
αυτός/αυτήαυτός έστριψε
εμείςεμείς στρίψαμε
εσείςεσείς στρίψατε
αυτοί/αυτέςαυτοί έστριψαν

Μέλλοντας Διαρκείας

εγώεγώ θα στρίβω
εσύεσύ θα στρίβεις
αυτός/αυτήαυτός θα στρίβει
εμείςεμείς θα στρίβουμε
εσείςεσείς θα στρίβετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα στρίβουν

Συνοπτικός Μέλλοντας

εγώεγώ θα στρίψω
εσύεσύ θα στρίψεις
αυτός/αυτήαυτός θα στρίψει
εμείςεμείς θα στρίψουμε
εσείςεσείς θα στρίψετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα στρίψουν

Υποτακτική Διαρκείας

εγώεγώ να στρίβω
εσύεσύ να στρίβεις
αυτός/αυτήαυτός να στρίβει
εμείςεμείς να στρίβουμε
εσείςεσείς να στρίβετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να στρίβουν

Συνοπτική Υποτακτική

εγώεγώ να στρίψω
εσύεσύ να στρίψεις
αυτός/αυτήαυτός να στρίψει
εμείςεμείς να στρίψουμε
εσείςεσείς να στρίψετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να στρίψουν

Usages & examples

στρίβω δεξιά/αριστεράΣτρίψε δεξιά στο φανάρι.Turn right at the traffic light.
στρίβω + αντικείμενοΜπορείς να στρίψεις το καπάκι; Είναι σφιχτό.Can you twist the lid? It's tight.
στρίβω τσιγάροΚάτσε να στρίψω ένα τσιγάρο.Let me roll a cigarette.
στρίβω = φεύγω (σλανγκ)Μόλις μας είδαν, στρίψαν κι εξαφανίστηκαν.As soon as they saw us, they took off and disappeared.