ταιριάζω conjugation in Greek
"ταιριάζω" is a common greek verb meaning "to suit; to match". Below are its conjugations across major tenses.
ταιριάζω
to suit; to match
Ενεστώτας
εγώεγώ ταιριάζω
εσύεσύ ταιριάζεις
αυτός/αυτήαυτός ταιριάζει
εμείςεμείς ταιριάζουμε
εσείςεσείς ταιριάζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί ταιριάζουν
Παρατατικός
εγώεγώ ταίριαζα
εσύεσύ ταίριαζες
αυτός/αυτήαυτός ταίριαζε
εμείςεμείς ταιριάζαμε
εσείςεσείς ταιριάζατε
αυτοί/αυτέςαυτοί ταίριαζαν
Αόριστος
εγώεγώ ταίριαξα
εσύεσύ ταίριαξες
αυτός/αυτήαυτός ταίριαξε
εμείςεμείς ταιριάξαμε
εσείςεσείς ταιριάξατε
αυτοί/αυτέςαυτοί ταίριαξαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα ταιριάζω
εσύεσύ θα ταιριάζεις
αυτός/αυτήαυτός θα ταιριάζει
εμείςεμείς θα ταιριάζουμε
εσείςεσείς θα ταιριάζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα ταιριάζουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα ταιριάξω
εσύεσύ θα ταιριάξεις
αυτός/αυτήαυτός θα ταιριάξει
εμείςεμείς θα ταιριάξουμε
εσείςεσείς θα ταιριάξετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα ταιριάξουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να ταιριάζω
εσύεσύ να ταιριάζεις
αυτός/αυτήαυτός να ταιριάζει
εμείςεμείς να ταιριάζουμε
εσείςεσείς να ταιριάζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να ταιριάζουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να ταιριάξω
εσύεσύ να ταιριάξεις
αυτός/αυτήαυτός να ταιριάξει
εμείςεμείς να ταιριάξουμε
εσείςεσείς να ταιριάξετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να ταιριάξουν
Usages & examples
ταιριάζω με + αντικείμενοΑυτά τα παπούτσια ταιριάζουν με το φόρεμα.These shoes match the dress.
μου/σου ταιριάζειΤο κόκκινο σου ταιριάζει πολύ.Red really suits you.
ταιριάζω με κάποιονΔεν νομίζω ότι ταιριάζω με τον Πέτρο.I don’t think I’m compatible with Petros.
ταιριάζω Χ με ΥΤαιριάζω τις κάλτσες με το μπλουζάκι πριν βγω.I match the socks with the T-shirt before I go out.