τηγανίζω conjugation in Greek
"τηγανίζω" is a common greek verb meaning "fry". Below are its conjugations across major tenses.
τηγανίζω
fry
Ενεστώτας
εγώεγώ τηγανίζω
εσύεσύ τηγανίζεις
αυτός/αυτήαυτός τηγανίζει
εμείςεμείς τηγανίζουμε
εσείςεσείς τηγανίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί τηγανίζουν
Παρατατικός
εγώεγώ τηγάνιζα
εσύεσύ τηγάνιζες
αυτός/αυτήαυτός τηγάνιζε
εμείςεμείς τηγανίζαμε
εσείςεσείς τηγανίζατε
αυτοί/αυτέςαυτοί τηγάνιζαν
Αόριστος
εγώεγώ τηγάνισα
εσύεσύ τηγάνισες
αυτός/αυτήαυτός τηγάνισε
εμείςεμείς τηγανίσαμε
εσείςεσείς τηγανίσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί τηγάνισαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα τηγανίζω
εσύεσύ θα τηγανίζεις
αυτός/αυτήαυτός θα τηγανίζει
εμείςεμείς θα τηγανίζουμε
εσείςεσείς θα τηγανίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα τηγανίζουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα τηγανίσω
εσύεσύ θα τηγανίσεις
αυτός/αυτήαυτός θα τηγανίσει
εμείςεμείς θα τηγανίσουμε
εσείςεσείς θα τηγανίσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα τηγανίσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να τηγανίζω
εσύεσύ να τηγανίζεις
αυτός/αυτήαυτός να τηγανίζει
εμείςεμείς να τηγανίζουμε
εσείςεσείς να τηγανίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να τηγανίζουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να τηγανίσω
εσύεσύ να τηγανίσεις
αυτός/αυτήαυτός να τηγανίσει
εμείςεμείς να τηγανίσουμε
εσείςεσείς να τηγανίσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να τηγανίσουν
Usages & examples
τηγανίζω + αντικείμενοΚάθε Κυριακή τηγανίζω αυγά για πρωινό.Every Sunday I fry eggs for breakfast.
το φαγητό τηγανίζεταιΤο ψάρι τηγανίζεται σε μέτρια φωτιά για έξι λεπτά.The fish is fried on medium heat for six minutes.
τηγάνισε + αντικείμενο (προστακτική)Τηγάνισε τις πιπεριές μέχρι να μαλακώσουν.Fry the peppers until they soften.
τηγανίζομαι στον ήλιοΣτην παραλία τηγανιζόμασταν όλη μέρα.We were frying on the beach all day.