κανονίζω conjugation in Greek

"κανονίζω" is a common greek verb meaning "to arrange; to plan". Below are its conjugations across major tenses.

Open This Verb In App Browse Greek Verbs
κανονίζω

to arrange; to plan

Ενεστώτας

εγώεγώ κανονίζω
εσύεσύ κανονίζεις
αυτός/αυτήαυτός κανονίζει
εμείςεμείς κανονίζουμε
εσείςεσείς κανονίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί κανονίζουν

Παρατατικός

εγώεγώ κανόνιζα
εσύεσύ κανόνιζες
αυτός/αυτήαυτός κανόνιζε
εμείςεμείς κανονίζαμε
εσείςεσείς κανονίζατε
αυτοί/αυτέςαυτοί κανονίζανε

Αόριστος

εγώεγώ κανόνισα
εσύεσύ κανόνισες
αυτός/αυτήαυτός κανόνισε
εμείςεμείς κανονίσαμε
εσείςεσείς κανονίσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί κανόνισαν

Μέλλοντας Διαρκείας

εγώεγώ θα κανονίζω
εσύεσύ θα κανονίζεις
αυτός/αυτήαυτός θα κανονίζει
εμείςεμείς θα κανονίζουμε
εσείςεσείς θα κανονίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα κανονίζουν

Συνοπτικός Μέλλοντας

εγώεγώ θα κανονίσω
εσύεσύ θα κανονίσεις
αυτός/αυτήαυτός θα κανονίσει
εμείςεμείς θα κανονίσουμε
εσείςεσείς θα κανονίσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα κανονίσουν

Υποτακτική Διαρκείας

εγώεγώ να κανονίζω
εσύεσύ να κανονίζεις
αυτός/αυτήαυτός να κανονίζει
εμείςεμείς να κανονίζουμε
εσείςεσείς να κανονίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να κανονίζουν

Συνοπτική Υποτακτική

εγώεγώ να κανονίσω
εσύεσύ να κανονίσεις
αυτός/αυτήαυτός να κανονίσει
εμείςεμείς να κανονίσουμε
εσείςεσείς να κανονίσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να κανονίσουν

Usages & examples

κανονίζω κάτιΚανονίζω το πάρτι για το Σάββατο.I'm arranging the party for Saturday.
κανονίζω να + subj.Κανονίσαμε να φύγουμε νωρίς.We planned to leave early.
το κανονίζω εγώΧαλάρωσε, το κανονίζω εγώ.Relax, I'll handle it.
κανονίζω με κάποιονΚανονίζω με τον Γιάννη να βγούμε για μπύρες.I'm arranging with Giannis for us to go out for beers.