καπνίζω conjugation in Greek

"καπνίζω" is a common greek verb meaning "to smoke". Below are its conjugations across major tenses.

Open This Verb In App Browse Greek Verbs
καπνίζω

to smoke

Ενεστώτας

εγώεγώ καπνίζω
εσύεσύ καπνίζεις
αυτός/αυτήαυτός καπνίζει
εμείςεμείς καπνίζουμε
εσείςεσείς καπνίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί καπνίζουν

Παρατατικός

εγώεγώ κάπνιζα
εσύεσύ κάπνιζες
αυτός/αυτήαυτός κάπνιζε
εμείςεμείς καπνίζαμε
εσείςεσείς καπνίζατε
αυτοί/αυτέςαυτοί κάπνιζαν

Αόριστος

εγώεγώ κάπνισα
εσύεσύ κάπνισες
αυτός/αυτήαυτός κάπνισε
εμείςεμείς καπνίσαμε
εσείςεσείς καπνίσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί κάπνισαν

Μέλλοντας Διαρκείας

εγώεγώ θα καπνίζω
εσύεσύ θα καπνίζεις
αυτός/αυτήαυτός θα καπνίζει
εμείςεμείς θα καπνίζουμε
εσείςεσείς θα καπνίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα καπνίζουν

Συνοπτικός Μέλλοντας

εγώεγώ θα καπνίσω
εσύεσύ θα καπνίσεις
αυτός/αυτήαυτός θα καπνίσει
εμείςεμείς θα καπνίσουμε
εσείςεσείς θα καπνίσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα καπνίσουν

Υποτακτική Διαρκείας

εγώεγώ να καπνίζω
εσύεσύ να καπνίζεις
αυτός/αυτήαυτός να καπνίζει
εμείςεμείς να καπνίζουμε
εσείςεσείς να καπνίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να καπνίζουν

Συνοπτική Υποτακτική

εγώεγώ να καπνίσω
εσύεσύ να καπνίσεις
αυτός/αυτήαυτός να καπνίσει
εμείςεμείς να καπνίσουμε
εσείςεσείς να καπνίσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να καπνίσουν

Usages & examples

Ενεστώτας για συνήθειαΚαπνίζω ένα πακέτο τη μέρα.I smoke a pack a day.
Μην + καπνίζεις (απαγόρευση)Μην καπνίζεις στο αυτοκίνητο, σε παρακαλώ.Don’t smoke in the car, please.
Πάω να καπνίσωΠάω να καπνίσω ένα τσιγάρο, έρχεσαι;I’m going to smoke a cigarette, are you coming?
Καπνίζω φαγητόΟ παππούς καπνίζει το χοιρινό στο καπνιστήριο.Grandpa is smoking the pork in the smoker.