ξεσκονίζω conjugation in Greek
"ξεσκονίζω" is a common greek verb meaning "dust". Below are its conjugations across major tenses.
ξεσκονίζω
dust
Ενεστώτας
εγώεγώ ξεσκονίζω
εσύεσύ ξεσκονίζεις
αυτός/αυτήαυτός ξεσκονίζει
εμείςεμείς ξεσκονίζουμε
εσείςεσείς ξεσκονίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί ξεσκονίζουν
Παρατατικός
εγώεγώ ξεσκόνιζα
εσύεσύ ξεσκόνιζες
αυτός/αυτήαυτός ξεσκόνιζε
εμείςεμείς ξεσκονίζαμε
εσείςεσείς ξεσκονίζατε
αυτοί/αυτέςαυτοί ξεσκόνιζαν
Αόριστος
εγώεγώ ξεσκόνισα
εσύεσύ ξεσκόνισες
αυτός/αυτήαυτός ξεσκόνισε
εμείςεμείς ξεσκονίσαμε
εσείςεσείς ξεσκονίσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί ξεσκόνισαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα ξεσκονίζω
εσύεσύ θα ξεσκονίζεις
αυτός/αυτήαυτός θα ξεσκονίζει
εμείςεμείς θα ξεσκονίζουμε
εσείςεσείς θα ξεσκονίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα ξεσκονίζουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα ξεσκονίσω
εσύεσύ θα ξεσκονίσεις
αυτός/αυτήαυτός θα ξεσκονίσει
εμείςεμείς θα ξεσκονίσουμε
εσείςεσείς θα ξεσκονίσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα ξεσκονίσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να ξεσκονίζω
εσύεσύ να ξεσκονίζεις
αυτός/αυτήαυτός να ξεσκονίζει
εμείςεμείς να ξεσκονίζουμε
εσείςεσείς να ξεσκονίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να ξεσκονίζουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να ξεσκονίσω
εσύεσύ να ξεσκονίσεις
αυτός/αυτήαυτός να ξεσκονίσει
εμείςεμείς να ξεσκονίσουμε
εσείςεσείς να ξεσκονίσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να ξεσκονίσουν
Usages & examples
ξεσκονίζω + έπιπλοΞεσκονίζω το τραπέζι πριν έρθουν οι καλεσμένοι.I dust the table before the guests come.
το + noun + ξεσκονίζεταιΤο γραφείο ξεσκονίζεται καθημερινά από την καθαρίστρια.The desk is dusted every day by the cleaner.
ξεσκονίζω τις σημειώσεις/γνώσειςΠριν από το τεστ, ξεσκονίζω τις σημειώσεις μου.Before the test, I brush up on my notes.
ξεσκονίζω παλιά + nounΤις γιορτές ξεσκονίζουμε τις παλιές φωτογραφίες.During the holidays we dust off our old photos.