τρώω conjugation in Greek

"τρώω" is a common greek verb meaning "to eat". Below are its conjugations across major tenses.

Open This Verb In App Browse Greek Verbs
τρώω

to eat

Ενεστώτας

εγώεγώ τρώω
εσύεσύ τρως
αυτός/αυτήαυτός τρώει
εμείςεμείς τρώμε
εσείςεσείς τρώτε
αυτοί/αυτέςαυτοί τρώνε

Παρατατικός

εγώεγώ έτρωγα
εσύεσύ έτρωγες
αυτός/αυτήαυτός έτρωγε
εμείςεμείς τρώγαμε
εσείςεσείς τρώγατε
αυτοί/αυτέςαυτοί έτρωγαν

Αόριστος

εγώεγώ έφαγα
εσύεσύ έφαγες
αυτός/αυτήαυτός έφαγε
εμείςεμείς φάγαμε
εσείςεσείς φάγατε
αυτοί/αυτέςαυτοί έφαγαν

Μέλλοντας Διαρκείας

εγώεγώ θα τρώω
εσύεσύ θα τρως
αυτός/αυτήαυτός θα τρώει
εμείςεμείς θα τρώμε
εσείςεσείς θα τρώτε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα τρώνε

Συνοπτικός Μέλλοντας

εγώεγώ θα φάω
εσύεσύ θα φας
αυτός/αυτήαυτός θα φάει
εμείςεμείς θα φάμε
εσείςεσείς θα φάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα φάνε

Υποτακτική Διαρκείας

εγώεγώ να τρώω
εσύεσύ να τρως
αυτός/αυτήαυτός να τρώει
εμείςεμείς να τρώμε
εσείςεσείς να τρώτε
αυτοί/αυτέςαυτοί να τρώνε

Συνοπτική Υποτακτική

εγώεγώ να φάω
εσύεσύ να φας
αυτός/αυτήαυτός να φάει
εμείςεμείς να φάμε
εσείςεσείς να φάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί να φάνε

Usages & examples

τρώω + αντικείμενοΚάθε πρωί τρώω ένα μήλο.Every morning I eat an apple.
θα φάω + αντικείμενοΘα φάω κάτι γρήγορο και φεύγω.I'll eat something quick and leave.
τρώω ξύλοΑν σε βρει, θα φας ξύλο.If he finds you, you'll get a beating.
μου τρώει τον χρόνοΑυτό το project μου τρώει πολύ χρόνο.This project eats up a lot of my time.