υποστηρίζω conjugation in Greek
"υποστηρίζω" is a common greek verb meaning "to support". Below are its conjugations across major tenses.
υποστηρίζω
to support
Ενεστώτας
εγώεγώ υποστηρίζω
εσύεσύ υποστηρίζεις
αυτός/αυτήαυτός υποστηρίζει
εμείςεμείς υποστηρίζουμε
εσείςεσείς υποστηρίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί υποστηρίζουν
Παρατατικός
εγώεγώ υποστήριζα
εσύεσύ υποστήριζες
αυτός/αυτήαυτός υποστήριζε
εμείςεμείς υποστηρίζαμε
εσείςεσείς υποστηρίζατε
αυτοί/αυτέςαυτοί υποστήριζαν
Αόριστος
εγώεγώ υποστήριξα
εσύεσύ υποστήριξες
αυτός/αυτήαυτός υποστήριξε
εμείςεμείς υποστηρίξαμε
εσείςεσείς υποστηρίξατε
αυτοί/αυτέςαυτοί υποστήριξαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα υποστηρίζω
εσύεσύ θα υποστηρίζεις
αυτός/αυτήαυτός θα υποστηρίζει
εμείςεμείς θα υποστηρίζουμε
εσείςεσείς θα υποστηρίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα υποστηρίζουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα υποστηρίξω
εσύεσύ θα υποστηρίξεις
αυτός/αυτήαυτός θα υποστηρίξει
εμείςεμείς θα υποστηρίξουμε
εσείςεσείς θα υποστηρίξετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα υποστηρίξουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να υποστηρίζω
εσύεσύ να υποστηρίζεις
αυτός/αυτήαυτός να υποστηρίζει
εμείςεμείς να υποστηρίζουμε
εσείςεσείς να υποστηρίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να υποστηρίζουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να υποστηρίξω
εσύεσύ να υποστηρίξεις
αυτός/αυτήαυτός να υποστηρίξει
εμείςεμείς να υποστηρίξουμε
εσείςεσείς να υποστηρίξετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να υποστηρίξουν
Usages & examples
υποστηρίζω κάποιον/κάτιΣε δύσκολες στιγμές, η οικογένειά μου με υποστηρίζει πάντα.In tough times, my family always supports me.
υποστηρίζω ότι + πρότασηΟ δικηγόρος υποστηρίζει ότι ο πελάτης του είναι αθώος.The lawyer claims that his client is innocent.
υποστηρίζω μια ομάδαΥποστηρίζω τον Παναθηναϊκό από μικρός.I have supported Panathinaikos since I was little.
υποστηρίζω οικονομικάΗ εταιρεία υποστηρίζει οικονομικά το πρόγραμμα υποτροφιών.The company financially supports the scholarship program.