φέρνω conjugation in Greek
"φέρνω" is a common greek verb meaning "to bring". Below are its conjugations across major tenses.
φέρνω
to bring
Ενεστώτας
εγώεγώ φέρνω
εσύεσύ φέρνεις
αυτός/αυτήαυτός φέρνει
εμείςεμείς φέρνουμε
εσείςεσείς φέρνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί φέρνουν
Παρατατικός
εγώεγώ έφερνα
εσύεσύ έφερνες
αυτός/αυτήαυτός έφερνε
εμείςεμείς φέρναμε
εσείςεσείς φέρνατε
αυτοί/αυτέςαυτοί έφερναν
Αόριστος
εγώεγώ έφερα
εσύεσύ έφερες
αυτός/αυτήαυτός έφερε
εμείςεμείς φέραμε
εσείςεσείς φέρατε
αυτοί/αυτέςαυτοί έφεραν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα φέρνω
εσύεσύ θα φέρνεις
αυτός/αυτήαυτός θα φέρνει
εμείςεμείς θα φέρνουμε
εσείςεσείς θα φέρνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα φέρνουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα φέρω
εσύεσύ θα φέρεις
αυτός/αυτήαυτός θα φέρει
εμείςεμείς θα φέρουμε
εσείςεσείς θα φέρετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα φέρουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να φέρνω
εσύεσύ να φέρνεις
αυτός/αυτήαυτός να φέρνει
εμείςεμείς να φέρνουμε
εσείςεσείς να φέρνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να φέρνουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να φέρω
εσύεσύ να φέρεις
αυτός/αυτήαυτός να φέρει
εμείςεμείς να φέρουμε
εσείςεσείς να φέρετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να φέρουν
Usages & examples
φέρνω κάτι σε/στονΘα φέρω τις μπύρες στο πάρτι.I’ll bring the beers to the party.
φέρνω κάποιον μαζίΜπορώ να φέρω τη Μαρία μαζί;Can I bring Maria along?
φέρνω + αποτέλεσμαΗ αλλαγή του καιρού φέρνει πονοκέφαλο σε πολλούς.The change in weather brings headaches to many people.
φέρνω λεφτά/κέρδοςΤο νέο προϊόν φέρνει πολλά λεφτά στην εταιρεία.The new product brings a lot of money to the company.