φτάνω conjugation in Greek
"φτάνω" is a common greek verb meaning "to arrive; to reach". Below are its conjugations across major tenses.
φτάνω
to arrive; to reach
Ενεστώτας
εγώεγώ φτάνω
εσύεσύ φτάνεις
αυτός/αυτήαυτός φτάνει
εμείςεμείς φτάνουμε
εσείςεσείς φτάνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί φτάνουν
Παρατατικός
εγώεγώ έφτανα
εσύεσύ έφτανες
αυτός/αυτήαυτός έφτανε
εμείςεμείς φτάναμε
εσείςεσείς φτάνατε
αυτοί/αυτέςαυτοί έφταναν
Αόριστος
εγώεγώ έφτασα
εσύεσύ έφτασες
αυτός/αυτήαυτός έφτασε
εμείςεμείς φτάσαμε
εσείςεσείς φτάσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί έφτασαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα φτάνω
εσύεσύ θα φτάνεις
αυτός/αυτήαυτός θα φτάνει
εμείςεμείς θα φτάνουμε
εσείςεσείς θα φτάνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα φτάνουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα φτάσω
εσύεσύ θα φτάσεις
αυτός/αυτήαυτός θα φτάσει
εμείςεμείς θα φτάσουμε
εσείςεσείς θα φτάσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα φτάσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να φτάνω
εσύεσύ να φτάνεις
αυτός/αυτήαυτός να φτάνει
εμείςεμείς να φτάνουμε
εσείςεσείς να φτάνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να φτάνουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να φτάσω
εσύεσύ να φτάσεις
αυτός/αυτήαυτός να φτάσει
εμείςεμείς να φτάσουμε
εσείςεσείς να φτάσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να φτάσουν
Usages & examples
φτάνω σε + μέροςΦτάσαμε στο χωριό γύρω στις οκτώ.We arrived at the village around eight.
φτάνω + ώρα/ημερομηνίαΈφτασε μεσάνυχτα και ακόμα μιλάμε.It got to midnight and we're still talking.
δεν φτάνει + ποσότηταΔεν φτάνουν τα λεφτά για το ενοίκιο.The money isn't enough for the rent.
φτάνει που + πρότασηΦτάνει που είμαστε μαζί, δεν θέλω τίποτα άλλο.It's enough that we're together; I don't want anything else.