χαρίζω conjugation in Greek
"χαρίζω" is a common greek verb meaning "give away / gift". Below are its conjugations across major tenses.
χαρίζω
give away / gift
Ενεστώτας
εγώεγώ χαρίζω
εσύεσύ χαρίζεις
αυτός/αυτήαυτός χαρίζει
εμείςεμείς χαρίζουμε
εσείςεσείς χαρίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί χαρίζουν
Παρατατικός
εγώεγώ χάριζα
εσύεσύ χάριζες
αυτός/αυτήαυτός χάριζε
εμείςεμείς χαρίζαμε
εσείςεσείς χαρίζατε
αυτοί/αυτέςαυτοί χάριζαν
Αόριστος
εγώεγώ χάρισα
εσύεσύ χάρισες
αυτός/αυτήαυτός χάρισε
εμείςεμείς χαρίσαμε
εσείςεσείς χαρίσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί χάρισαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα χαρίζω
εσύεσύ θα χαρίζεις
αυτός/αυτήαυτός θα χαρίζει
εμείςεμείς θα χαρίζουμε
εσείςεσείς θα χαρίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα χαρίζουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα χαρίσω
εσύεσύ θα χαρίσεις
αυτός/αυτήαυτός θα χαρίσει
εμείςεμείς θα χαρίσουμε
εσείςεσείς θα χαρίσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα χαρίσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να χαρίζω
εσύεσύ να χαρίζεις
αυτός/αυτήαυτός να χαρίζει
εμείςεμείς να χαρίζουμε
εσείςεσείς να χαρίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να χαρίζουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να χαρίσω
εσύεσύ να χαρίσεις
αυτός/αυτήαυτός να χαρίσει
εμείςεμείς να χαρίσουμε
εσείςεσείς να χαρίσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να χαρίσουν
Usages & examples
χαρίζω κάτι σε κάποιονΣου χαρίζω το βιβλίο, δεν το χρειάζομαι πια.I’m giving you the book; I don’t need it anymore.
χαρίζω ένα χρέος/πρόστιμοΟ ιδιοκτήτης μου χάρισε έναν μήνα ενοίκιο.The landlord waived one month’s rent for me.
δεν χαρίζομαι σε κανένανΣτις εξετάσεις δεν χαρίζομαι σε κανέναν.In exams I’m tough on everyone.
χαρίζω ομορφιά/ύψος κ.λπ.Αυτές οι γόβες χαρίζουν ύψος και στυλ.These heels add height and style.