χωρίζω conjugation in Greek

"χωρίζω" is a common greek verb meaning "to separate; to split up". Below are its conjugations across major tenses.

Open This Verb In App Browse Greek Verbs
χωρίζω

to separate; to split up

Ενεστώτας

εγώεγώ χωρίζω
εσύεσύ χωρίζεις
αυτός/αυτήαυτός χωρίζει
εμείςεμείς χωρίζουμε
εσείςεσείς χωρίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί χωρίζουν

Παρατατικός

εγώεγώ χώριζα
εσύεσύ χώριζες
αυτός/αυτήαυτός χώριζε
εμείςεμείς χωρίζαμε
εσείςεσείς χωρίζατε
αυτοί/αυτέςαυτοί χώριζαν

Αόριστος

εγώεγώ χώρισα
εσύεσύ χώρισες
αυτός/αυτήαυτός χώρισε
εμείςεμείς χωρίσαμε
εσείςεσείς χωρίσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί χώρισαν

Μέλλοντας Διαρκείας

εγώεγώ θα χωρίζω
εσύεσύ θα χωρίζεις
αυτός/αυτήαυτός θα χωρίζει
εμείςεμείς θα χωρίζουμε
εσείςεσείς θα χωρίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα χωρίζουν

Συνοπτικός Μέλλοντας

εγώεγώ θα χωρίσω
εσύεσύ θα χωρίσεις
αυτός/αυτήαυτός θα χωρίσει
εμείςεμείς θα χωρίσουμε
εσείςεσείς θα χωρίσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα χωρίσουν

Υποτακτική Διαρκείας

εγώεγώ να χωρίζω
εσύεσύ να χωρίζεις
αυτός/αυτήαυτός να χωρίζει
εμείςεμείς να χωρίζουμε
εσείςεσείς να χωρίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να χωρίζουν

Συνοπτική Υποτακτική

εγώεγώ να χωρίσω
εσύεσύ να χωρίσεις
αυτός/αυτήαυτός να χωρίσει
εμείςεμείς να χωρίσουμε
εσείςεσείς να χωρίσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να χωρίσουν

Usages & examples

χωρίζω με κάποιονΧώρισα με τον Γιάννη πριν δύο μήνες.I broke up with Giannis two months ago.
χωρίζω κάτι σε μέρηΧώρισα τη σοκολάτα σε κομμάτια.I divided the chocolate into pieces.
X χωρίζει Α από ΒΈνας ψηλός φράχτης χωρίζει τον κήπο από το δρόμο.A tall fence separates the garden from the street.
χωρίζω τον λογαριασμόΝα χωρίσουμε τον λογαριασμό;Shall we split the bill?