ψήνω conjugation in Greek
"ψήνω" is a common greek verb meaning "to grill; to bake". Below are its conjugations across major tenses.
ψήνω
to grill; to bake
Ενεστώτας
εγώεγώ ψήνω
εσύεσύ ψήνεις
αυτός/αυτήαυτός ψήνει
εμείςεμείς ψήνουμε
εσείςεσείς ψήνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί ψήνουν
Παρατατικός
εγώεγώ έψηνα
εσύεσύ έψηνες
αυτός/αυτήαυτός έψηνε
εμείςεμείς ψήναμε
εσείςεσείς ψήνατε
αυτοί/αυτέςαυτοί έψηναν
Αόριστος
εγώεγώ έψησα
εσύεσύ έψησες
αυτός/αυτήαυτός έψησε
εμείςεμείς ψήσαμε
εσείςεσείς ψήσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί έψησαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα ψήνω
εσύεσύ θα ψήνεις
αυτός/αυτήαυτός θα ψήνει
εμείςεμείς θα ψήνουμε
εσείςεσείς θα ψήνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα ψήνουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα ψήσω
εσύεσύ θα ψήσεις
αυτός/αυτήαυτός θα ψήσει
εμείςεμείς θα ψήσουμε
εσείςεσείς θα ψήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα ψήσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να ψήνω
εσύεσύ να ψήνεις
αυτός/αυτήαυτός να ψήνει
εμείςεμείς να ψήνουμε
εσείςεσείς να ψήνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να ψήνουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να ψήσω
εσύεσύ να ψήσεις
αυτός/αυτήαυτός να ψήσει
εμείςεμείς να ψήσουμε
εσείςεσείς να ψήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να ψήσουν
Usages & examples
ψήνω + αντικείμενο (φαγητό)Ψήνω ψάρια στη σχάρα για το μεσημεριανό.I'm grilling fish on the barbecue for lunch.
ψήνομαι στον ήλιοΨηνόμαστε στον ήλιο και δεν υπάρχει σκιά.We're roasting in the sun and there's no shade.
ψήνω κάποιον να + υποτακτικήΤον έψησα να έρθει διακοπές μαζί μας.I talked him into coming on vacation with us.
ψήνεσαι για...;Ψήνεσαι για βόλτα μετά τη δουλειά;Do you feel like going for a walk after work?