ανησυχώ conjugation in Greek
"ανησυχώ" is a common greek verb meaning "to worry". Below are its conjugations across major tenses.
ανησυχώ
to worry
Ενεστώτας
εγώεγώ ανησυχώ
εσύεσύ ανησυχείς
αυτός/αυτήαυτός ανησυχεί
εμείςεμείς ανησυχούμε
εσείςεσείς ανησυχείτε
αυτοί/αυτέςαυτοί ανησυχούν
Παρατατικός
εγώεγώ ανησυχούσα
εσύεσύ ανησυχούσες
αυτός/αυτήαυτός ανησυχούσε
εμείςεμείς ανησυχούσαμε
εσείςεσείς ανησυχούσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί ανησυχούσαν
Αόριστος
εγώεγώ ανησύχησα
εσύεσύ ανησύχησες
αυτός/αυτήαυτός ανησύχησε
εμείςεμείς ανησυχήσαμε
εσείςεσείς ανησυχήσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί ανησύχησαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα ανησυχώ
εσύεσύ θα ανησυχείς
αυτός/αυτήαυτός θα ανησυχεί
εμείςεμείς θα ανησυχούμε
εσείςεσείς θα ανησυχείτε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα ανησυχούν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα ανησυχήσω
εσύεσύ θα ανησυχήσεις
αυτός/αυτήαυτός θα ανησυχήσει
εμείςεμείς θα ανησυχήσουμε
εσείςεσείς θα ανησυχήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα ανησυχήσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να ανησυχώ
εσύεσύ να ανησυχείς
αυτός/αυτήαυτός να ανησυχεί
εμείςεμείς να ανησυχούμε
εσείςεσείς να ανησυχείτε
αυτοί/αυτέςαυτοί να ανησυχούν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να ανησυχήσω
εσύεσύ να ανησυχήσεις
αυτός/αυτήαυτός να ανησυχήσει
εμείςεμείς να ανησυχήσουμε
εσείςεσείς να ανησυχήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να ανησυχήσουν
Usages & examples
ανησυχώ για + αντικείμενοΑνησυχώ για τη μαμά μου.I'm worried about my mom.
Μην ανησυχείς + πρότασηΜην ανησυχείς, θα φτάσω στην ώρα μου.Don't worry, I'll arrive on time.
ανησυχώ πως/ότι + πρότασηΑνησυχώ πως θα χάσουμε το τρένο.I'm worried that we'll miss the train.
ανησυχώ μήπως + υποτακτικήΑνησυχώ μήπως αρρωστήσει το παιδί.I'm worried the child might get sick.