αυξάνω conjugation in Greek

"αυξάνω" is a common greek verb meaning "increase". Below are its conjugations across major tenses.

Open This Verb In App Browse Greek Verbs
αυξάνω

increase

Ενεστώτας

εγώεγώ αυξάνω
εσύεσύ αυξάνεις
αυτός/αυτήαυτός αυξάνει
εμείςεμείς αυξάνουμε
εσείςεσείς αυξάνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί αυξάνουν

Παρατατικός

εγώεγώ αύξανα
εσύεσύ αύξανες
αυτός/αυτήαυτός αύξανε
εμείςεμείς αυξάναμε
εσείςεσείς αυξάνατε
αυτοί/αυτέςαυτοί αύξαναν

Αόριστος

εγώεγώ αύξησα
εσύεσύ αύξησες
αυτός/αυτήαυτός αύξησε
εμείςεμείς αυξήσαμε
εσείςεσείς αυξήσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί αύξησαν

Μέλλοντας Διαρκείας

εγώεγώ θα αυξάνω
εσύεσύ θα αυξάνεις
αυτός/αυτήαυτός θα αυξάνει
εμείςεμείς θα αυξάνουμε
εσείςεσείς θα αυξάνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα αυξάνουν

Συνοπτικός Μέλλοντας

εγώεγώ θα αυξήσω
εσύεσύ θα αυξήσεις
αυτός/αυτήαυτός θα αυξήσει
εμείςεμείς θα αυξήσουμε
εσείςεσείς θα αυξήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα αυξήσουν

Υποτακτική Διαρκείας

εγώεγώ να αυξάνω
εσύεσύ να αυξάνεις
αυτός/αυτήαυτός να αυξάνει
εμείςεμείς να αυξάνουμε
εσείςεσείς να αυξάνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να αυξάνουν

Συνοπτική Υποτακτική

εγώεγώ να αυξήσω
εσύεσύ να αυξήσεις
αυτός/αυτήαυτός να αυξήσει
εμείςεμείς να αυξήσουμε
εσείςεσείς να αυξήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να αυξήσουν

Usages & examples

αυξάνω + αντικείμενοΑυξάνω την ένταση της μουσικής γιατί δεν ακούω καλά.I turn up the music volume because I can’t hear well.
αυξάνεται + υποκείμενοΟ πληθυσμός της πόλης αυξάνεται κάθε χρόνο.The city’s population increases every year.
αυξάνω + αντικείμενο + κατά + ποσόΗ εταιρία αύξησε τους μισθούς κατά 10%.The company increased salaries by 10%.
πρέπει να αυξήσω/ουμε + αντικείμενοΠρέπει να αυξήσουμε την παραγωγή πριν από το καλοκαίρι.We need to increase production before the summer.