δουλεύω conjugation in Greek

"δουλεύω" is a common greek verb meaning "to work". Below are its conjugations across major tenses.

Open This Verb In App Browse Greek Verbs
δουλεύω

to work

Ενεστώτας

εγώεγώ δουλεύω
εσύεσύ δουλεύεις
αυτός/αυτήαυτός δουλεύει
εμείςεμείς δουλεύουμε
εσείςεσείς δουλεύετε
αυτοί/αυτέςαυτοί δουλεύουν

Παρατατικός

εγώεγώ δούλευα
εσύεσύ δούλευες
αυτός/αυτήαυτός δούλευε
εμείςεμείς δουλεύαμε
εσείςεσείς δουλεύατε
αυτοί/αυτέςαυτοί δούλευαν

Αόριστος

εγώεγώ δούλεψα
εσύεσύ δούλεψες
αυτός/αυτήαυτός δούλεψε
εμείςεμείς δουλέψαμε
εσείςεσείς δουλέψατε
αυτοί/αυτέςαυτοί δούλεψαν

Μέλλοντας Διαρκείας

εγώεγώ θα δουλεύω
εσύεσύ θα δουλεύεις
αυτός/αυτήαυτός θα δουλεύει
εμείςεμείς θα δουλεύουμε
εσείςεσείς θα δουλεύετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα δουλεύουν

Συνοπτικός Μέλλοντας

εγώεγώ θα δουλέψω
εσύεσύ θα δουλέψεις
αυτός/αυτήαυτός θα δουλέψει
εμείςεμείς θα δουλέψουμε
εσείςεσείς θα δουλέψετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα δουλέψουν

Υποτακτική Διαρκείας

εγώεγώ να δουλεύω
εσύεσύ να δουλεύεις
αυτός/αυτήαυτός να δουλεύει
εμείςεμείς να δουλεύουμε
εσείςεσείς να δουλεύετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να δουλεύουν

Συνοπτική Υποτακτική

εγώεγώ να δουλέψω
εσύεσύ να δουλέψεις
αυτός/αυτήαυτός να δουλέψει
εμείςεμείς να δουλέψουμε
εσείςεσείς να δουλέψετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να δουλέψουν

Usages & examples

δουλεύω σε/στο + μέροςΔουλεύω σε μια καφετέρια τα πρωινά.I work in a café in the mornings.
δουλεύω πάνω σε + έργοΔουλεύω πάνω σε μια παρουσίαση για αύριο.I'm working on a presentation for tomorrow.
η συσκευή δουλεύειΤο πλυντήριο δεν δουλεύει, φώναξε τον μάστορα.The washing machine isn't working; call the repairman.
δουλεύω κάποιονΜε δουλεύεις ή το λες σοβαρά;Are you kidding me or are you serious?