ταξιδεύω conjugation in Greek
"ταξιδεύω" is a common greek verb meaning "to travel". Below are its conjugations across major tenses.
ταξιδεύω
to travel
Ενεστώτας
εγώεγώ ταξιδεύω
εσύεσύ ταξιδεύεις
αυτός/αυτήαυτός ταξιδεύει
εμείςεμείς ταξιδεύουμε
εσείςεσείς ταξιδεύετε
αυτοί/αυτέςαυτοί ταξιδεύουν
Παρατατικός
εγώεγώ ταξίδευα
εσύεσύ ταξίδευες
αυτός/αυτήαυτός ταξίδευε
εμείςεμείς ταξιδεύαμε
εσείςεσείς ταξιδεύατε
αυτοί/αυτέςαυτοί ταξίδευαν
Αόριστος
εγώεγώ ταξίδεψα
εσύεσύ ταξίδεψες
αυτός/αυτήαυτός ταξίδεψε
εμείςεμείς ταξιδέψαμε
εσείςεσείς ταξιδέψατε
αυτοί/αυτέςαυτοί ταξίδεψαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα ταξιδεύω
εσύεσύ θα ταξιδεύεις
αυτός/αυτήαυτός θα ταξιδεύει
εμείςεμείς θα ταξιδεύουμε
εσείςεσείς θα ταξιδεύετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα ταξιδεύουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα ταξιδέψω
εσύεσύ θα ταξιδέψεις
αυτός/αυτήαυτός θα ταξιδέψει
εμείςεμείς θα ταξιδέψουμε
εσείςεσείς θα ταξιδέψετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα ταξιδέψουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να ταξιδεύω
εσύεσύ να ταξιδεύεις
αυτός/αυτήαυτός να ταξιδεύει
εμείςεμείς να ταξιδεύουμε
εσείςεσείς να ταξιδεύετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να ταξιδεύουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να ταξιδέψω
εσύεσύ να ταξιδέψεις
αυτός/αυτήαυτός να ταξιδέψει
εμείςεμείς να ταξιδέψουμε
εσείςεσείς να ταξιδέψετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να ταξιδέψουν
Usages & examples
ταξιδεύω σε/στη(ν) + μέροςΤο καλοκαίρι ταξιδεύω στη Ρόδο.In the summer I travel to Rhodes.
ταξιδεύω για + λόγοΣυχνά ταξιδεύω για δουλειά.I often travel for work.
ταξιδεύω με + μέσοΑύριο ταξιδεύω με το τρένο.Tomorrow I'm traveling by train.
ταξιδεύω σε όλη την + περιοχήΦέτος θέλω να ταξιδέψω σε όλη την Ελλάδα.This year I want to travel all over Greece.