εννοώ conjugation in Greek
"εννοώ" is a common greek verb meaning "mean". Below are its conjugations across major tenses.
εννοώ
mean
Ενεστώτας
εγώεγώ εννοώ
εσύεσύ εννοείς
αυτός/αυτήαυτός εννοεί
εμείςεμείς εννοούμε
εσείςεσείς εννοείτε
αυτοί/αυτέςαυτοί εννοούν
Παρατατικός
εγώεγώ εννοούσα
εσύεσύ εννοούσες
αυτός/αυτήαυτός εννοούσε
εμείςεμείς εννοούσαμε
εσείςεσείς εννοούσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί εννοούσαν
Αόριστος
εγώεγώ εννόησα
εσύεσύ εννόησες
αυτός/αυτήαυτός εννόησε
εμείςεμείς εννοήσαμε
εσείςεσείς εννοήσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί εννόησαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα εννοώ
εσύεσύ θα εννοείς
αυτός/αυτήαυτός θα εννοεί
εμείςεμείς θα εννοούμε
εσείςεσείς θα εννοείτε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα εννοούν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα εννοήσω
εσύεσύ θα εννοήσεις
αυτός/αυτήαυτός θα εννοήσει
εμείςεμείς θα εννοήσουμε
εσείςεσείς θα εννοήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα εννοήσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να εννοώ
εσύεσύ να εννοείς
αυτός/αυτήαυτός να εννοεί
εμείςεμείς να εννοούμε
εσείςεσείς να εννοείτε
αυτοί/αυτέςαυτοί να εννοούν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να εννοήσω
εσύεσύ να εννοήσεις
αυτός/αυτήαυτός να εννοήσει
εμείςεμείς να εννοήσουμε
εσείςεσείς να εννοήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να εννοήσουν
Usages & examples
εννοώ ότι + πρότασηΕννοώ ότι πρέπει να φύγουμε τώρα.I mean that we have to leave now.
Τι εννοείς;Τι εννοείς «δεν υπάρχει χρόνος»;What do you mean 'there's no time'?
Δεν το εννοούσαΣυγγνώμη, ήμουν θυμωμένος και δεν το εννοούσα.Sorry, I was angry and I didn't mean it.
Εννοείται!—Θα με βοηθήσεις; —Εννοείται!—Will you help me? —Of course!