ζυμώνω conjugation in Greek

"ζυμώνω" is a common greek verb meaning "knead". Below are its conjugations across major tenses.

Open This Verb In App Browse Greek Verbs
ζυμώνω

knead

Ενεστώτας

εγώεγώ ζυμώνω
εσύεσύ ζυμώνεις
αυτός/αυτήαυτός ζυμώνει
εμείςεμείς ζυμώνουμε
εσείςεσείς ζυμώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί ζυμώνουν

Παρατατικός

εγώεγώ ζύμωνα
εσύεσύ ζύμωνες
αυτός/αυτήαυτός ζύμωνε
εμείςεμείς ζυμώναμε
εσείςεσείς ζυμώνατε
αυτοί/αυτέςαυτοί ζύμωναν

Αόριστος

εγώεγώ ζύμωσα
εσύεσύ ζύμωσες
αυτός/αυτήαυτός ζύμωσε
εμείςεμείς ζυμώσαμε
εσείςεσείς ζυμώσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί ζύμωσαν

Μέλλοντας Διαρκείας

εγώεγώ θα ζυμώνω
εσύεσύ θα ζυμώνεις
αυτός/αυτήαυτός θα ζυμώνει
εμείςεμείς θα ζυμώνουμε
εσείςεσείς θα ζυμώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα ζυμώνουν

Συνοπτικός Μέλλοντας

εγώεγώ θα ζυμώσω
εσύεσύ θα ζυμώσεις
αυτός/αυτήαυτός θα ζυμώσει
εμείςεμείς θα ζυμώσουμε
εσείςεσείς θα ζυμώσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα ζυμώσουν

Υποτακτική Διαρκείας

εγώεγώ να ζυμώνω
εσύεσύ να ζυμώνεις
αυτός/αυτήαυτός να ζυμώνει
εμείςεμείς να ζυμώνουμε
εσείςεσείς να ζυμώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να ζυμώνουν

Συνοπτική Υποτακτική

εγώεγώ να ζυμώσω
εσύεσύ να ζυμώσεις
αυτός/αυτήαυτός να ζυμώσει
εμείςεμείς να ζυμώσουμε
εσείςεσείς να ζυμώσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να ζυμώσουν

Usages & examples

ζυμώνω κάτιΚάθε Σάββατο ζυμώνω ψωμί για την οικογένεια.Every Saturday I knead bread for the family.
Ζύμωσε + αντικείμενο (προστακτική)Ζύμωσε λίγο ακόμα τη ζύμη, είναι σκληρή.Knead the dough a bit more, it's hard.
ζυμώνω ιδέες/σχέδιαΣτη συνάντηση ζυμώνουμε ένα νέο σχέδιο για το έργο.At the meeting we're shaping a new plan for the project.
είμαι ζυμωμένος μεΟ παππούς είναι ζυμωμένος με την παράδοση του χωριού.Grandpa is steeped in the village's tradition.