ισορροπώ conjugation in Greek
"ισορροπώ" is a common greek verb meaning "balance". Below are its conjugations across major tenses.
ισορροπώ
balance
Ενεστώτας
εγώεγώ ισορροπώ
εσύεσύ ισορροπείς
αυτός/αυτήαυτός ισορροπεί
εμείςεμείς ισορροπούμε
εσείςεσείς ισορροπείτε
αυτοί/αυτέςαυτοί ισορροπούν
Παρατατικός
εγώεγώ ισορροπούσα
εσύεσύ ισορροπούσες
αυτός/αυτήαυτός ισορροπούσε
εμείςεμείς ισορροπούσαμε
εσείςεσείς ισορροπούσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί ισορροπούσαν
Αόριστος
εγώεγώ ισορρόπησα
εσύεσύ ισορρόπησες
αυτός/αυτήαυτός ισορρόπησε
εμείςεμείς ισορροπήσαμε
εσείςεσείς ισορροπήσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί ισορρόπησαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα ισορροπώ
εσύεσύ θα ισορροπείς
αυτός/αυτήαυτός θα ισορροπεί
εμείςεμείς θα ισορροπούμε
εσείςεσείς θα ισορροπείτε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα ισορροπούν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα ισορροπήσω
εσύεσύ θα ισορροπήσεις
αυτός/αυτήαυτός θα ισορροπήσει
εμείςεμείς θα ισορροπήσουμε
εσείςεσείς θα ισορροπήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα ισορροπήσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να ισορροπώ
εσύεσύ να ισορροπείς
αυτός/αυτήαυτός να ισορροπεί
εμείςεμείς να ισορροπούμε
εσείςεσείς να ισορροπείτε
αυτοί/αυτέςαυτοί να ισορροπούν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να ισορροπήσω
εσύεσύ να ισορροπήσεις
αυτός/αυτήαυτός να ισορροπήσει
εμείςεμείς να ισορροπήσουμε
εσείςεσείς να ισορροπήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να ισορροπήσουν
Usages & examples
ισορροπώ πάνω σε + αντικείμενοΟ μικρός ισορροπεί πάνω στο ποδήλατο χωρίς βοηθητικές ρόδες.The little boy is balancing on the bike without training wheels.
ισορροπώ + αντικείμενοΠροσπάθησε να ισορροπήσεις τα ποτήρια στο δίσκο.Try to balance the glasses on the tray.
ισορροπώ ανάμεσα σε Α και ΒΠροσπαθώ να ισορροπώ ανάμεσα στη δουλειά και την οικογένεια.I try to strike a balance between work and family.
ισορροπώ ψυχικά/συναισθηματικάΚάνει γιόγκα για να ισορροπεί ψυχικά.She does yoga to stay emotionally balanced.