ισχύω conjugation in Greek
"ισχύω" is a common greek verb meaning "be valid". Below are its conjugations across major tenses.
ισχύω
be valid
Ενεστώτας
εγώεγώ ισχύω
εσύεσύ ισχύεις
αυτός/αυτήαυτός ισχύει
εμείςεμείς ισχύουμε
εσείςεσείς ισχύετε
αυτοί/αυτέςαυτοί ισχύουν
Παρατατικός
εγώεγώ ίσχυα
εσύεσύ ίσχυες
αυτός/αυτήαυτός ίσχυε
εμείςεμείς ίσχυαμε
εσείςεσείς ίσχυατε
αυτοί/αυτέςαυτοί ίσχυαν
Αόριστος
εγώεγώ ίσχυσα
εσύεσύ ίσχυσες
αυτός/αυτήαυτός ίσχυσε
εμείςεμείς ισχύσαμε
εσείςεσείς ισχύσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί ίσχυσαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα ισχύω
εσύεσύ θα ισχύεις
αυτός/αυτήαυτός θα ισχύει
εμείςεμείς θα ισχύουμε
εσείςεσείς θα ισχύετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα ισχύουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα ισχύσω
εσύεσύ θα ισχύσεις
αυτός/αυτήαυτός θα ισχύσει
εμείςεμείς θα ισχύσουμε
εσείςεσείς θα ισχύσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα ισχύσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να ισχύω
εσύεσύ να ισχύεις
αυτός/αυτήαυτός να ισχύει
εμείςεμείς να ισχύουμε
εσείςεσείς να ισχύετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να ισχύουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να ισχύσω
εσύεσύ να ισχύσεις
αυτός/αυτήαυτός να ισχύσει
εμείςεμείς να ισχύσουμε
εσείςεσείς να ισχύσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να ισχύσουν
Usages & examples
ισχύω μέχρι/έωςΗ προσφορά ισχύει μέχρι την Παρασκευή.The offer is valid until Friday.
ισχύω για + αντικείμενοΟ κανονισμός ισχύει για όλους τους φοιτητές.The rule applies to all students.
δεν ισχύειΑυτό που άκουσες δεν ισχύει.What you heard isn't true.
ισχύω από + ημερομηνίαΟι νέοι μισθοί ισχύουν από τον Ιανουάριο.The new salaries take effect from January.