καίω conjugation in Greek
"καίω" is a common greek verb meaning "to burn". Below are its conjugations across major tenses.
καίω
to burn
Ενεστώτας
εγώεγώ καίω
εσύεσύ καίς
αυτός/αυτήαυτός καίει
εμείςεμείς καίμε
εσείςεσείς καίτε
αυτοί/αυτέςαυτοί καίνε
Παρατατικός
εγώεγώ έκαιγα
εσύεσύ έκαιγες
αυτός/αυτήαυτός έκαιγε
εμείςεμείς καίγαμε
εσείςεσείς καίγατε
αυτοί/αυτέςαυτοί έκαιγαν
Αόριστος
εγώεγώ έκαψα
εσύεσύ έκαψες
αυτός/αυτήαυτός έκαψε
εμείςεμείς κάψαμε
εσείςεσείς κάψατε
αυτοί/αυτέςαυτοί έκαψαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα καίω
εσύεσύ θα καίς
αυτός/αυτήαυτός θα καίει
εμείςεμείς θα καίμε
εσείςεσείς θα καίτε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα καίνε
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα κάψω
εσύεσύ θα κάψεις
αυτός/αυτήαυτός θα κάψει
εμείςεμείς θα κάψουμε
εσείςεσείς θα κάψετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα κάψουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να καίω
εσύεσύ να καίς
αυτός/αυτήαυτός να καίει
εμείςεμείς να καίμε
εσείςεσείς να καίτε
αυτοί/αυτέςαυτοί να καίνε
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να κάψω
εσύεσύ να κάψεις
αυτός/αυτήαυτός να κάψει
εμείςεμείς να κάψουμε
εσείςεσείς να κάψετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να κάψουν
Usages & examples
καίω + αντικείμενοΈκαψα το τοστ και μύρισε όλο το σπίτι.I burned the toast and the whole house smelled.
καίγομαι (ζέστη/πόνος)Καίγομαι, μπορείς να ανοίξεις το παράθυρο;I'm burning up, can you open the window?
με καίει + θέμαΜε καίει η προθεσμία για τη δήλωση.The deadline for the declaration is pressing me.
καίω θερμίδες/βενζίνηΠάω για περπάτημα να κάψω λίγες θερμίδες.I'm going for a walk to burn some calories.