κλαίω conjugation in Greek
"κλαίω" is a common greek verb meaning "cry". Below are its conjugations across major tenses.
κλαίω
cry
Ενεστώτας
εγώεγώ κλαίω
εσύεσύ κλαίς
αυτός/αυτήαυτός κλαίει
εμείςεμείς κλαίμε
εσείςεσείς κλαίτε
αυτοί/αυτέςαυτοί κλαίνε
Παρατατικός
εγώεγώ έκλαιγα
εσύεσύ έκλαιγες
αυτός/αυτήαυτός έκλαιγε
εμείςεμείς κλαίγαμε
εσείςεσείς κλαίγατε
αυτοί/αυτέςαυτοί έκλαιγαν
Αόριστος
εγώεγώ έκλαψα
εσύεσύ έκλαψες
αυτός/αυτήαυτός έκλαψε
εμείςεμείς κλάψαμε
εσείςεσείς κλάψατε
αυτοί/αυτέςαυτοί έκλαψαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα κλαίω
εσύεσύ θα κλαίς
αυτός/αυτήαυτός θα κλαίει
εμείςεμείς θα κλαίμε
εσείςεσείς θα κλαίτε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα κλαίνε
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα κλάψω
εσύεσύ θα κλάψεις
αυτός/αυτήαυτός θα κλάψει
εμείςεμείς θα κλάψουμε
εσείςεσείς θα κλάψετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα κλάψουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να κλαίω
εσύεσύ να κλαίς
αυτός/αυτήαυτός να κλαίει
εμείςεμείς να κλαίμε
εσείςεσείς να κλαίτε
αυτοί/αυτέςαυτοί να κλαίνε
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να κλάψω
εσύεσύ να κλάψεις
αυτός/αυτήαυτός να κλάψει
εμείςεμείς να κλάψουμε
εσείςεσείς να κλάψετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να κλάψουν
Usages & examples
υποκείμενο + κλαίειΤο μωρό κλαίει πάλι.The baby is crying again.
Μην κλαις + φράση παρηγοριάςΜην κλαις, θα βρούμε λύση.Don't cry, we'll find a solution.
έκλαψα + χρονική φράσηΈκλαψα όλο το βράδυ μετά τον καβγά.I cried all night after the fight.
κλαίω από + ουσιαστικόΚλαίω από τα γέλια κάθε φορά που τον ακούω.I cry with laughter every time I hear him.