κλειδώνω conjugation in Greek
"κλειδώνω" is a common greek verb meaning "lock". Below are its conjugations across major tenses.
κλειδώνω
lock
Ενεστώτας
εγώεγώ κλειδώνω
εσύεσύ κλειδώνεις
αυτός/αυτήαυτός κλειδώνει
εμείςεμείς κλειδώνουμε
εσείςεσείς κλειδώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί κλειδώνουν
Παρατατικός
εγώεγώ κλείδωνα
εσύεσύ κλείδωνες
αυτός/αυτήαυτός κλείδωνε
εμείςεμείς κλειδώναμε
εσείςεσείς κλειδώνατε
αυτοί/αυτέςαυτοί κλείδωναν
Αόριστος
εγώεγώ κλείδωσα
εσύεσύ κλείδωσες
αυτός/αυτήαυτός κλείδωσε
εμείςεμείς κλειδώσαμε
εσείςεσείς κλειδώσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί κλείδωσαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα κλειδώνω
εσύεσύ θα κλειδώνεις
αυτός/αυτήαυτός θα κλειδώνει
εμείςεμείς θα κλειδώνουμε
εσείςεσείς θα κλειδώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα κλειδώνουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα κλειδώσω
εσύεσύ θα κλειδώσεις
αυτός/αυτήαυτός θα κλειδώσει
εμείςεμείς θα κλειδώσουμε
εσείςεσείς θα κλειδώσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα κλειδώσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να κλειδώνω
εσύεσύ να κλειδώνεις
αυτός/αυτήαυτός να κλειδώνει
εμείςεμείς να κλειδώνουμε
εσείςεσείς να κλειδώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να κλειδώνουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να κλειδώσω
εσύεσύ να κλειδώσεις
αυτός/αυτήαυτός να κλειδώσει
εμείςεμείς να κλειδώσουμε
εσείςεσείς να κλειδώσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να κλειδώσουν
Usages & examples
κλειδώνω την πόρτα/το αυτοκίνητοΚάθε βράδυ κλειδώνω την πόρτα πριν κοιμηθώ.Every night I lock the door before I go to sleep.
κλειδώνω κάποιον μέσα/έξωΤον κλείδωσα κατά λάθος έξω από το σπίτι.I accidentally locked him out of the house.
κλειδώνω το κινητό/τον υπολογιστήΠριν φύγεις, κλείδωσε τον υπολογιστή σου.Before you leave, lock your computer.
κλειδώνει η απόφαση/ημερομηνίαΑύριο κλειδώνει η τελική ημερομηνία των εξετάσεων.Tomorrow the final exam date will be locked in.