κουμπώνω conjugation in Greek
"κουμπώνω" is a common greek verb meaning "button". Below are its conjugations across major tenses.
κουμπώνω
button
Ενεστώτας
εγώεγώ κουμπώνω
εσύεσύ κουμπώνεις
αυτός/αυτήαυτός κουμπώνει
εμείςεμείς κουμπώνουμε
εσείςεσείς κουμπώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί κουμπώνουν
Παρατατικός
εγώεγώ κούμπωνα
εσύεσύ κούμπωνες
αυτός/αυτήαυτός κούμπωνε
εμείςεμείς κουμπώναμε
εσείςεσείς κουμπώνατε
αυτοί/αυτέςαυτοί κουμπώνανε
Αόριστος
εγώεγώ κούμπωσα
εσύεσύ κούμπωσες
αυτός/αυτήαυτός κούμπωσε
εμείςεμείς κουμπώσαμε
εσείςεσείς κουμπώσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί κούμπωσαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα κουμπώνω
εσύεσύ θα κουμπώνεις
αυτός/αυτήαυτός θα κουμπώνει
εμείςεμείς θα κουμπώνουμε
εσείςεσείς θα κουμπώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα κουμπώνουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα κουμπώσω
εσύεσύ θα κουμπώσεις
αυτός/αυτήαυτός θα κουμπώσει
εμείςεμείς θα κουμπώσουμε
εσείςεσείς θα κουμπώσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα κουμπώσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να κουμπώνω
εσύεσύ να κουμπώνεις
αυτός/αυτήαυτός να κουμπώνει
εμείςεμείς να κουμπώνουμε
εσείςεσείς να κουμπώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να κουμπώνουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να κουμπώσω
εσύεσύ να κουμπώσεις
αυτός/αυτήαυτός να κουμπώσει
εμείςεμείς να κουμπώσουμε
εσείςεσείς να κουμπώσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να κουμπώσουν
Usages & examples
κουμπώνω + ρούχοΚουμπώνω το πουκάμισο πριν βγω.I button up my shirt before I go out.
κουμπώνω τη ζώνηΚουμπώστε τη ζώνη σας, ξεκινάμε.Fasten your seat belts, we’re leaving.
κάτι κουμπώνειΤο καπάκι δεν κουμπώνει καλά.The lid doesn’t fit well.
δεν μου κουμπώνειΗ δικαιολογία του δεν μου κουμπώνει.His excuse doesn’t add up for me.