νιώθω conjugation in Greek
"νιώθω" is a common greek verb meaning "to feel". Below are its conjugations across major tenses.
νιώθω
to feel
Ενεστώτας
εγώεγώ νιώθω
εσύεσύ νιώθεις
αυτός/αυτήαυτός νιώθει
εμείςεμείς νιώθουμε
εσείςεσείς νιώθετε
αυτοί/αυτέςαυτοί νιώθουν
Παρατατικός
εγώεγώ ένιωθα
εσύεσύ ένιωθες
αυτός/αυτήαυτός ένιωθε
εμείςεμείς νιώθαμε
εσείςεσείς νιώθατε
αυτοί/αυτέςαυτοί ένιωθαν
Αόριστος
εγώεγώ ένιωσα
εσύεσύ ένιωσες
αυτός/αυτήαυτός ένιωσε
εμείςεμείς νιώσαμε
εσείςεσείς νιώσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί ένιωσαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα νιώθω
εσύεσύ θα νιώθεις
αυτός/αυτήαυτός θα νιώθει
εμείςεμείς θα νιώθουμε
εσείςεσείς θα νιώθετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα νιώθουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα νιώσω
εσύεσύ θα νιώσεις
αυτός/αυτήαυτός θα νιώσει
εμείςεμείς θα νιώσουμε
εσείςεσείς θα νιώσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα νιώσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να νιώθω
εσύεσύ να νιώθεις
αυτός/αυτήαυτός να νιώθει
εμείςεμείς να νιώθουμε
εσείςεσείς να νιώθετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να νιώθουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να νιώσω
εσύεσύ να νιώσεις
αυτός/αυτήαυτός να νιώσει
εμείςεμείς να νιώσουμε
εσείςεσείς να νιώσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να νιώσουν
Usages & examples
νιώθω + συναίσθημαΝιώθω χαρά που σε βλέπω.I feel joy seeing you.
νιώθω ότι/πως + πρότασηΝιώθω ότι μας κρύβουν κάτι.I feel that they are hiding something from us.
νιώθω + σωματικό αίσθημαΝιώθω πόνο στον ώμο.I feel pain in my shoulder.
νιώθω σαν + ουσιαστικόΜε τόση δουλειά νιώθω σαν μηχανή.With so much work I feel like a machine.