νοικιάζω conjugation in Greek

"νοικιάζω" is a common greek verb meaning "to rent". Below are its conjugations across major tenses.

Open This Verb In App Browse Greek Verbs
νοικιάζω

to rent

Ενεστώτας

εγώεγώ νοικιάζω
εσύεσύ νοικιάζεις
αυτός/αυτήαυτός νοικιάζει
εμείςεμείς νοικιάζουμε
εσείςεσείς νοικιάζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί νοικιάζουν

Παρατατικός

εγώεγώ νοίκιαζα
εσύεσύ νοίκιαζες
αυτός/αυτήαυτός νοίκιαζε
εμείςεμείς νοικιάζαμε
εσείςεσείς νοικιάζατε
αυτοί/αυτέςαυτοί νοίκιαζαν

Αόριστος

εγώεγώ νοίκιασα
εσύεσύ νοίκιασες
αυτός/αυτήαυτός νοίκιασε
εμείςεμείς νοικιάσαμε
εσείςεσείς νοικιάσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί νοίκιασαν

Μέλλοντας Διαρκείας

εγώεγώ θα νοικιάζω
εσύεσύ θα νοικιάζεις
αυτός/αυτήαυτός θα νοικιάζει
εμείςεμείς θα νοικιάζουμε
εσείςεσείς θα νοικιάζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα νοικιάζουν

Συνοπτικός Μέλλοντας

εγώεγώ θα νοικιάσω
εσύεσύ θα νοικιάσεις
αυτός/αυτήαυτός θα νοικιάσει
εμείςεμείς θα νοικιάσουμε
εσείςεσείς θα νοικιάσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα νοικιάσουν

Υποτακτική Διαρκείας

εγώεγώ να νοικιάζω
εσύεσύ να νοικιάζεις
αυτός/αυτήαυτός να νοικιάζει
εμείςεμείς να νοικιάζουμε
εσείςεσείς να νοικιάζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να νοικιάζουν

Συνοπτική Υποτακτική

εγώεγώ να νοικιάσω
εσύεσύ να νοικιάσεις
αυτός/αυτήαυτός να νοικιάσει
εμείςεμείς να νοικιάσουμε
εσείςεσείς να νοικιάσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να νοικιάσουν

Usages & examples

νοικιάζω κάτιΝοικιάζω ένα διαμέρισμα στο κέντρο.I rent an apartment downtown.
νοικιάζω σε κάποιονΟ παππούς νοικιάζει το εξοχικό σε τουρίστες.Grandpa rents the holiday house to tourists.
νοικιάζω για + διάρκειαΘέλω να νοικιάσω αυτοκίνητο για μια μέρα.I want to rent a car for a day.
νοικιάζω για + σκοπόΝοικιάσαμε μια αίθουσα για το πάρτι γενεθλίων.We rented a hall for the birthday party.