ξεκλειδώνω conjugation in Greek
"ξεκλειδώνω" is a common greek verb meaning "unlock". Below are its conjugations across major tenses.
ξεκλειδώνω
unlock
Ενεστώτας
εγώεγώ ξεκλειδώνω
εσύεσύ ξεκλειδώνεις
αυτός/αυτήαυτός ξεκλειδώνει
εμείςεμείς ξεκλειδώνουμε
εσείςεσείς ξεκλειδώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί ξεκλειδώνουν
Παρατατικός
εγώεγώ ξεκλείδωνα
εσύεσύ ξεκλείδωνες
αυτός/αυτήαυτός ξεκλείδωνε
εμείςεμείς ξεκλειδώναμε
εσείςεσείς ξεκλειδώνατε
αυτοί/αυτέςαυτοί ξεκλείδωναν
Αόριστος
εγώεγώ ξεκλείδωσα
εσύεσύ ξεκλείδωσες
αυτός/αυτήαυτός ξεκλείδωσε
εμείςεμείς ξεκλειδώσαμε
εσείςεσείς ξεκλειδώσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί ξεκλείδωσαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα ξεκλειδώνω
εσύεσύ θα ξεκλειδώνεις
αυτός/αυτήαυτός θα ξεκλειδώνει
εμείςεμείς θα ξεκλειδώνουμε
εσείςεσείς θα ξεκλειδώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα ξεκλειδώνουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα ξεκλειδώσω
εσύεσύ θα ξεκλειδώσεις
αυτός/αυτήαυτός θα ξεκλειδώσει
εμείςεμείς θα ξεκλειδώσουμε
εσείςεσείς θα ξεκλειδώσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα ξεκλειδώσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να ξεκλειδώνω
εσύεσύ να ξεκλειδώνεις
αυτός/αυτήαυτός να ξεκλειδώνει
εμείςεμείς να ξεκλειδώνουμε
εσείςεσείς να ξεκλειδώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να ξεκλειδώνουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να ξεκλειδώσω
εσύεσύ να ξεκλειδώσεις
αυτός/αυτήαυτός να ξεκλειδώσει
εμείςεμείς να ξεκλειδώσουμε
εσείςεσείς να ξεκλειδώσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να ξεκλειδώσουν
Usages & examples
Ξεκλειδώνω + αντικείμενοΞεκλειδώνω την πόρτα κάθε πρωί στις οκτώ.I unlock the door every morning at eight.
Ξεκλείδωσέ μου + αντικείμενοΞεκλείδωσέ μου το αμάξι, ξέχασα τα κλειδιά μέσα.Unlock the car for me, I left the keys inside.
Ξεκλειδώνω + αφηρημένοΑυτό το βιβλίο ξεκλειδώνει τα μυστικά της μαγειρικής.This book unlocks the secrets of cooking.
αντικείμενο + ξεκλειδώνεταιΗ εξώπορτα ξεκλειδώνεται με κωδικό.The front door unlocks with a code.