παίζω conjugation in Greek

"παίζω" is a common greek verb meaning "to play". Below are its conjugations across major tenses.

Open This Verb In App Browse Greek Verbs
παίζω

to play

Ενεστώτας

εγώεγώ παίζω
εσύεσύ παίζεις
αυτός/αυτήαυτός παίζει
εμείςεμείς παίζουμε
εσείςεσείς παίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί παίζουν

Παρατατικός

εγώεγώ έπαιζα
εσύεσύ έπαιζες
αυτός/αυτήαυτός έπαιζε
εμείςεμείς παίζαμε
εσείςεσείς παίζατε
αυτοί/αυτέςαυτοί έπαιζαν

Αόριστος

εγώεγώ έπαιξα
εσύεσύ έπαιξες
αυτός/αυτήαυτός έπαιξε
εμείςεμείς παίξαμε
εσείςεσείς παίξατε
αυτοί/αυτέςαυτοί έπαιξαν

Μέλλοντας Διαρκείας

εγώεγώ θα παίζω
εσύεσύ θα παίζεις
αυτός/αυτήαυτός θα παίζει
εμείςεμείς θα παίζουμε
εσείςεσείς θα παίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα παίζουν

Συνοπτικός Μέλλοντας

εγώεγώ θα παίξω
εσύεσύ θα παίξεις
αυτός/αυτήαυτός θα παίξει
εμείςεμείς θα παίξουμε
εσείςεσείς θα παίξετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα παίξουν

Υποτακτική Διαρκείας

εγώεγώ να παίζω
εσύεσύ να παίζεις
αυτός/αυτήαυτός να παίζει
εμείςεμείς να παίζουμε
εσείςεσείς να παίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να παίζουν

Συνοπτική Υποτακτική

εγώεγώ να παίξω
εσύεσύ να παίξεις
αυτός/αυτήαυτός να παίξει
εμείςεμείς να παίξουμε
εσείςεσείς να παίξετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να παίξουν

Usages & examples

παίζω + παιχνίδι/άθλημαΠαίζουμε ποδόσφαιρο το απόγευμα.We are playing soccer this afternoon.
παίζω + μουσικό όργανοΗ Μαρία παίζει πιάνο από μικρή.Maria has been playing the piano since she was little.
παίζει να + ρήμαΠαίζει να βρέξει το βράδυ.It might rain tonight.
παίζει ρόλοΗ εμπειρία παίζει μεγάλο ρόλο στη δουλειά.Experience plays a big role at work.