παθαίνω conjugation in Greek
"παθαίνω" is a common greek verb meaning "to suffer; to have happen to". Below are its conjugations across major tenses.
παθαίνω
to suffer; to have happen to
Ενεστώτας
εγώεγώ παθαίνω
εσύεσύ παθαίνεις
αυτός/αυτήαυτός παθαίνει
εμείςεμείς παθαίνουμε
εσείςεσείς παθαίνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί παθαίνουν
Παρατατικός
εγώεγώ πάθαινα
εσύεσύ πάθαινες
αυτός/αυτήαυτός πάθαινε
εμείςεμείς παθαίναμε
εσείςεσείς παθαίνατε
αυτοί/αυτέςαυτοί πάθαιναν
Αόριστος
εγώεγώ έπαθα
εσύεσύ έπαθες
αυτός/αυτήαυτός έπαθε
εμείςεμείς πάθαμε
εσείςεσείς πάθατε
αυτοί/αυτέςαυτοί έπαθαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα παθαίνω
εσύεσύ θα παθαίνεις
αυτός/αυτήαυτός θα παθαίνει
εμείςεμείς θα παθαίνουμε
εσείςεσείς θα παθαίνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα παθαίνουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα πάθω
εσύεσύ θα πάθεις
αυτός/αυτήαυτός θα πάθει
εμείςεμείς θα πάθουμε
εσείςεσείς θα πάθετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα πάθουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να παθαίνω
εσύεσύ να παθαίνεις
αυτός/αυτήαυτός να παθαίνει
εμείςεμείς να παθαίνουμε
εσείςεσείς να παθαίνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να παθαίνουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να πάθω
εσύεσύ να πάθεις
αυτός/αυτήαυτός να πάθει
εμείςεμείς να πάθουμε
εσείςεσείς να πάθετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να πάθουν
Usages & examples
παθαίνω ζημιά/ατύχημαΤο αυτοκίνητο έπαθε ζημιά στη βροχή.The car got damaged in the rain.
Τι έπαθες;Τι έπαθες και είσαι χλωμός;What's wrong with you, you're pale?
παθαίνω πλάκαΈπαθα πλάκα με την ταινία!I was blown away by the movie!
φοβάμαι μην πάθω + nounΦοβάμαι μην πάθω αλλεργία από τα καρύδια.I'm afraid I'll have an allergic reaction to walnuts.