παραγγέλνω conjugation in Greek
"παραγγέλνω" is a common greek verb meaning "to order". Below are its conjugations across major tenses.
παραγγέλνω
to order
Ενεστώτας
εγώεγώ παραγγέλνω
εσύεσύ παραγγέλνεις
αυτός/αυτήαυτός παραγγέλνει
εμείςεμείς παραγγέλνουμε
εσείςεσείς παραγγέλνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί παραγγέλνουν
Παρατατικός
εγώεγώ παράγγελνα
εσύεσύ παράγγελνες
αυτός/αυτήαυτός παράγγελνε
εμείςεμείς παραγγέλναμε
εσείςεσείς παραγγέλνατε
αυτοί/αυτέςαυτοί παράγγελναν
Αόριστος
εγώεγώ παρήγγειλα
εσύεσύ παρήγγειλες
αυτός/αυτήαυτός παρήγγειλε
εμείςεμείς παραγγείλαμε
εσείςεσείς παραγγείλατε
αυτοί/αυτέςαυτοί παρήγγειλαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα παραγγέλνω
εσύεσύ θα παραγγέλνεις
αυτός/αυτήαυτός θα παραγγέλνει
εμείςεμείς θα παραγγέλνουμε
εσείςεσείς θα παραγγέλνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα παραγγέλνουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα παραγγείλω
εσύεσύ θα παραγγείλεις
αυτός/αυτήαυτός θα παραγγείλει
εμείςεμείς θα παραγγείλουμε
εσείςεσείς θα παραγγείλετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα παραγγείλουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να παραγγέλνω
εσύεσύ να παραγγέλνεις
αυτός/αυτήαυτός να παραγγέλνει
εμείςεμείς να παραγγέλνουμε
εσείςεσείς να παραγγέλνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να παραγγέλνουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να παραγγείλω
εσύεσύ να παραγγείλεις
αυτός/αυτήαυτός να παραγγείλει
εμείςεμείς να παραγγείλουμε
εσείςεσείς να παραγγείλετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να παραγγείλουν
Usages & examples
παραγγέλνω κάτιΠαραγγέλνω συχνά σουβλάκια από το μαγαζί της γειτονιάς.I often order souvlaki from the neighborhood shop.
παρήγγειλα κάτιΠαρήγγειλα ένα ζευγάρι ακουστικά online χτες βράδυ.I ordered a pair of headphones online last night.
παραγγέλνω σε κάποιον να + υποτ.Ο γιατρός μού παράγγειλε να μείνω στο κρεβάτι για δύο μέρες.The doctor ordered me to stay in bed for two days.
παραγγέλνω κάτι για κάποιονΘα παραγγείλω καφέ για σένα, πώς τον θέλεις;I'll order coffee for you, how do you want it?