παρακολουθώ conjugation in Greek

"παρακολουθώ" is a common greek verb meaning "to watch; to attend". Below are its conjugations across major tenses.

Open This Verb In App Browse Greek Verbs
παρακολουθώ

to watch; to attend

Ενεστώτας

εγώεγώ παρακολουθώ
εσύεσύ παρακολουθείς
αυτός/αυτήαυτός παρακολουθεί
εμείςεμείς παρακολουθούμε
εσείςεσείς παρακολουθείτε
αυτοί/αυτέςαυτοί παρακολουθούν

Παρατατικός

εγώεγώ παρακολουθούσα
εσύεσύ παρακολουθούσες
αυτός/αυτήαυτός παρακολουθούσε
εμείςεμείς παρακολουθούσαμε
εσείςεσείς παρακολουθούσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί παρακολουθούσαν

Αόριστος

εγώεγώ παρακολούθησα
εσύεσύ παρακολούθησες
αυτός/αυτήαυτός παρακολούθησε
εμείςεμείς παρακολουθήσαμε
εσείςεσείς παρακολουθήσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί παρακολούθησαν

Μέλλοντας Διαρκείας

εγώεγώ θα παρακολουθώ
εσύεσύ θα παρακολουθείς
αυτός/αυτήαυτός θα παρακολουθεί
εμείςεμείς θα παρακολουθούμε
εσείςεσείς θα παρακολουθείτε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα παρακολουθούν

Συνοπτικός Μέλλοντας

εγώεγώ θα παρακολουθήσω
εσύεσύ θα παρακολουθήσεις
αυτός/αυτήαυτός θα παρακολουθήσει
εμείςεμείς θα παρακολουθήσουμε
εσείςεσείς θα παρακολουθήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα παρακολουθήσουν

Υποτακτική Διαρκείας

εγώεγώ να παρακολουθώ
εσύεσύ να παρακολουθείς
αυτός/αυτήαυτός να παρακολουθεί
εμείςεμείς να παρακολουθούμε
εσείςεσείς να παρακολουθείτε
αυτοί/αυτέςαυτοί να παρακολουθούν

Συνοπτική Υποτακτική

εγώεγώ να παρακολουθήσω
εσύεσύ να παρακολουθήσεις
αυτός/αυτήαυτός να παρακολουθήσει
εμείςεμείς να παρακολουθήσουμε
εσείςεσείς να παρακολουθήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να παρακολουθήσουν

Usages & examples

παρακολουθώ ταινία/σειράΤο βράδυ παρακολουθώ τη νέα σειρά στο Netflix.At night I watch the new series on Netflix.
παρακολουθώ μάθημα/σεμινάριοΠαρακολουθώ μαθήματα ιταλικών κάθε Δευτέρα.I attend Italian classes every Monday.
παρακολουθώ τις εξελίξεις/ειδήσειςΠαρακολουθώ τις εξελίξεις στο θέμα με ενδιαφέρον.I’m following the developments on the issue with interest.
παρακολουθώ υγεία/πίεσηΟ γιατρός παρακολουθεί την πίεσή μου κάθε μήνα.The doctor monitors my blood pressure every month.