προωθώ conjugation in Greek
"προωθώ" is a common greek verb meaning "forward/promote". Below are its conjugations across major tenses.
προωθώ
forward/promote
Ενεστώτας
εγώεγώ προωθώ
εσύεσύ προωθείς
αυτός/αυτήαυτός προωθεί
εμείςεμείς προωθούμε
εσείςεσείς προωθείτε
αυτοί/αυτέςαυτοί προωθούν
Παρατατικός
εγώεγώ προωθούσα
εσύεσύ προωθούσες
αυτός/αυτήαυτός προωθούσε
εμείςεμείς προωθούσαμε
εσείςεσείς προωθούσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί προωθούσαν
Αόριστος
εγώεγώ προώθησα
εσύεσύ προώθησες
αυτός/αυτήαυτός προώθησε
εμείςεμείς προωθήσαμε
εσείςεσείς προωθήσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί προώθησαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα προωθώ
εσύεσύ θα προωθείς
αυτός/αυτήαυτός θα προωθεί
εμείςεμείς θα προωθούμε
εσείςεσείς θα προωθείτε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα προωθούν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα προωθήσω
εσύεσύ θα προωθήσεις
αυτός/αυτήαυτός θα προωθήσει
εμείςεμείς θα προωθήσουμε
εσείςεσείς θα προωθήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα προωθήσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να προωθώ
εσύεσύ να προωθείς
αυτός/αυτήαυτός να προωθεί
εμείςεμείς να προωθούμε
εσείςεσείς να προωθείτε
αυτοί/αυτέςαυτοί να προωθούν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να προωθήσω
εσύεσύ να προωθήσεις
αυτός/αυτήαυτός να προωθήσει
εμείςεμείς να προωθήσουμε
εσείςεσείς να προωθήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να προωθήσουν
Usages & examples
προωθώ προϊόν/ιδέαΠροσπαθούμε να προωθήσουμε το νέο μας άρωμα στην αγορά.We're trying to promote our new perfume on the market.
προωθώ email/μήνυμα σε κάποιονΣου προωθώ το μήνυμα τώρα.I'm forwarding you the message now.
προωθώ κάποιον σε θέσηΟ μάνατζερ προώθησε τη Μαρία σε θέση διευθύντριας.The manager promoted Maria to a director position.
προωθώ τη διαδικασία/έργοΠρέπει να προωθήσουμε τη διαδικασία πιο γρήγορα.We need to move the process forward faster.