προσπαθώ conjugation in Greek
"προσπαθώ" is a common greek verb meaning "to try". Below are its conjugations across major tenses.
προσπαθώ
to try
Ενεστώτας
εγώεγώ προσπαθώ
εσύεσύ προσπαθείς
αυτός/αυτήαυτός προσπαθεί
εμείςεμείς προσπαθούμε
εσείςεσείς προσπαθείτε
αυτοί/αυτέςαυτοί προσπαθούν
Παρατατικός
εγώεγώ προσπαθούσα
εσύεσύ προσπαθούσες
αυτός/αυτήαυτός προσπαθούσε
εμείςεμείς προσπαθούσαμε
εσείςεσείς προσπαθούσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί προσπαθούσαν
Αόριστος
εγώεγώ προσπάθησα
εσύεσύ προσπάθησες
αυτός/αυτήαυτός προσπάθησε
εμείςεμείς προσπαθήσαμε
εσείςεσείς προσπαθήσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί προσπάθησαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα προσπαθώ
εσύεσύ θα προσπαθείς
αυτός/αυτήαυτός θα προσπαθεί
εμείςεμείς θα προσπαθούμε
εσείςεσείς θα προσπαθείτε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα προσπαθούν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα προσπαθήσω
εσύεσύ θα προσπαθήσεις
αυτός/αυτήαυτός θα προσπαθήσει
εμείςεμείς θα προσπαθήσουμε
εσείςεσείς θα προσπαθήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα προσπαθήσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να προσπαθώ
εσύεσύ να προσπαθείς
αυτός/αυτήαυτός να προσπαθεί
εμείςεμείς να προσπαθούμε
εσείςεσείς να προσπαθείτε
αυτοί/αυτέςαυτοί να προσπαθούν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να προσπαθήσω
εσύεσύ να προσπαθήσεις
αυτός/αυτήαυτός να προσπαθήσει
εμείςεμείς να προσπαθήσουμε
εσείςεσείς να προσπαθήσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να προσπαθήσουν
Usages & examples
προσπαθώ να + ρήμαΠροσπαθώ να μάθω ισπανικά, αλλά δεν είναι εύκολο.I’m trying to learn Spanish, but it’s not easy.
προσπαθώ για + ουσιαστικόΠροσπαθεί για μια προαγωγή στη δουλειά.She’s striving for a promotion at work.
προσπαθώ όσο μπορώΠροσπαθώ όσο μπορώ να είμαι θετικός.I do my best to stay positive.
προσπαθώ με + μέσοΠροσπάθησα με το κατσαβίδι, αλλά η βίδα δεν βγαίνει.I tried with the screwdriver, but the screw won’t come out.