πετυχαίνω conjugation in Greek
"πετυχαίνω" is a common greek verb meaning "to succeed; to achieve". Below are its conjugations across major tenses.
πετυχαίνω
to succeed; to achieve
Ενεστώτας
εγώεγώ πετυχαίνω
εσύεσύ πετυχαίνεις
αυτός/αυτήαυτός πετυχαίνει
εμείςεμείς πετυχαίνουμε
εσείςεσείς πετυχαίνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί πετυχαίνουν
Παρατατικός
εγώεγώ πετύχαινα
εσύεσύ πετύχαινες
αυτός/αυτήαυτός πετύχαινε
εμείςεμείς πετυχαίναμε
εσείςεσείς πετυχαίνατε
αυτοί/αυτέςαυτοί πετύχαιναν
Αόριστος
εγώεγώ πέτυχα
εσύεσύ πέτυχες
αυτός/αυτήαυτός πέτυχε
εμείςεμείς πετύχαμε
εσείςεσείς πετύχατε
αυτοί/αυτέςαυτοί πέτυχαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα πετυχαίνω
εσύεσύ θα πετυχαίνεις
αυτός/αυτήαυτός θα πετυχαίνει
εμείςεμείς θα πετυχαίνουμε
εσείςεσείς θα πετυχαίνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα πετυχαίνουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα πετύχω
εσύεσύ θα πετύχεις
αυτός/αυτήαυτός θα πετύχει
εμείςεμείς θα πετύχουμε
εσείςεσείς θα πετύχετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα πετύχουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να πετυχαίνω
εσύεσύ να πετυχαίνεις
αυτός/αυτήαυτός να πετυχαίνει
εμείςεμείς να πετυχαίνουμε
εσείςεσείς να πετυχαίνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να πετυχαίνουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να πετύχω
εσύεσύ να πετύχεις
αυτός/αυτήαυτός να πετύχει
εμείςεμείς να πετύχουμε
εσείςεσείς να πετύχετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να πετύχουν
Usages & examples
πετυχαίνω στόχο/σκοπόΤελικά πέτυχα τον στόχο μου στις εξετάσεις.I finally achieved my goal in the exams.
μου πέτυχε / δεν μου πέτυχεΤο κέικ μου πέτυχε σήμερα, βγήκε τέλειο.My cake turned out well today; it came out perfect.
πετυχαίνω κάποιον (κατά τύχη)Τον πέτυχα στο μετρό και τα είπαμε λίγο.I ran into him on the metro and we chatted a bit.
πετυχαίνω αντικείμενο/στόχοΗ μπάλα πέτυχε το παράθυρο και το έσπασε.The ball hit the window and broke it.