πιάνω conjugation in Greek

"πιάνω" is a common greek verb meaning "to catch; to grab". Below are its conjugations across major tenses.

Open This Verb In App Browse Greek Verbs
πιάνω

to catch; to grab

Ενεστώτας

εγώεγώ πιάνω
εσύεσύ πιάνεις
αυτός/αυτήαυτός πιάνει
εμείςεμείς πιάνουμε
εσείςεσείς πιάνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί πιάνουν

Παρατατικός

εγώεγώ έπιανα
εσύεσύ έπιανες
αυτός/αυτήαυτός έπιανε
εμείςεμείς πιάναμε
εσείςεσείς πιάνατε
αυτοί/αυτέςαυτοί πιάνανε

Αόριστος

εγώεγώ έπιασα
εσύεσύ έπιασες
αυτός/αυτήαυτός έπιασε
εμείςεμείς πιάσαμε
εσείςεσείς πιάσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί έπιασαν

Μέλλοντας Διαρκείας

εγώεγώ θα πιάνω
εσύεσύ θα πιάνεις
αυτός/αυτήαυτός θα πιάνει
εμείςεμείς θα πιάνουμε
εσείςεσείς θα πιάνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα πιάνουν

Συνοπτικός Μέλλοντας

εγώεγώ θα πιάσω
εσύεσύ θα πιάσεις
αυτός/αυτήαυτός θα πιάσει
εμείςεμείς θα πιάσουμε
εσείςεσείς θα πιάσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα πιάσουν

Υποτακτική Διαρκείας

εγώεγώ να πιάνω
εσύεσύ να πιάνεις
αυτός/αυτήαυτός να πιάνει
εμείςεμείς να πιάνουμε
εσείςεσείς να πιάνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να πιάνουν

Συνοπτική Υποτακτική

εγώεγώ να πιάσω
εσύεσύ να πιάσεις
αυτός/αυτήαυτός να πιάσει
εμείςεμείς να πιάσουμε
εσείςεσείς να πιάσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να πιάσουν

Usages & examples

πιάνω + αντικείμενοΠιάσε το ποτήρι πριν πέσει.Grab the glass before it falls.
πιάνω + μέσο μεταφοράςΑν φύγουμε τώρα, θα πιάσουμε το λεωφορείο των οκτώ.If we leave now, we'll catch the eight o'clock bus.
πιάνω χώροΑυτή η βαλίτσα πιάνει όλο το πορτ-μπαγκάζ.This suitcase takes up the whole trunk.
με πιάνει + αίσθημα/σύμπτωμαΜε πιάνει πονοκέφαλος όταν δεν πίνω καφέ.I get a headache when I don't drink coffee.