προλαβαίνω conjugation in Greek
"προλαβαίνω" is a common greek verb meaning "to make it in time". Below are its conjugations across major tenses.
προλαβαίνω
to make it in time
Ενεστώτας
εγώεγώ προλαβαίνω
εσύεσύ προλαβαίνεις
αυτός/αυτήαυτός προλαβαίνει
εμείςεμείς προλαβαίνουμε
εσείςεσείς προλαβαίνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί προλαβαίνουν
Παρατατικός
εγώεγώ προλάβαινα
εσύεσύ προλάβαινες
αυτός/αυτήαυτός προλάβαινε
εμείςεμείς προλαβαίναμε
εσείςεσείς προλαβαίνατε
αυτοί/αυτέςαυτοί προλάβαιναν
Αόριστος
εγώεγώ πρόλαβα
εσύεσύ πρόλαβες
αυτός/αυτήαυτός πρόλαβε
εμείςεμείς προλάβαμε
εσείςεσείς προλάβατε
αυτοί/αυτέςαυτοί πρόλαβαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα προλαβαίνω
εσύεσύ θα προλαβαίνεις
αυτός/αυτήαυτός θα προλαβαίνει
εμείςεμείς θα προλαβαίνουμε
εσείςεσείς θα προλαβαίνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα προλαβαίνουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα προλάβω
εσύεσύ θα προλάβεις
αυτός/αυτήαυτός θα προλάβει
εμείςεμείς θα προλάβουμε
εσείςεσείς θα προλάβετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα προλάβουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να προλαβαίνω
εσύεσύ να προλαβαίνεις
αυτός/αυτήαυτός να προλαβαίνει
εμείςεμείς να προλαβαίνουμε
εσείςεσείς να προλαβαίνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να προλαβαίνουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να προλάβω
εσύεσύ να προλάβεις
αυτός/αυτήαυτός να προλάβει
εμείςεμείς να προλάβουμε
εσείςεσείς να προλάβετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να προλάβουν
Usages & examples
προλαβαίνω να + υπ.Προλαβαίνω να κάνω ένα ντους πριν έρθεις.I have time to take a shower before you come.
προλαβαίνω + μεταφορικό μέσοΑν φύγεις τώρα, θα προλάβεις το λεωφορείο των οκτώ.If you leave now, you'll catch the eight-o'clock bus.
προλαβαίνω + κάποιονΤον πρόλαβα στην πόρτα και του έδωσα τα κλειδιά.I caught him at the door and gave him the keys.
προλαβαίνω πριν + υπ.Την πρόλαβα πριν πέσει από τη σκάλα.I grabbed her before she fell down the stairs.