στέλνω conjugation in Greek
"στέλνω" is a common greek verb meaning "to send". Below are its conjugations across major tenses.
στέλνω
to send
Ενεστώτας
εγώεγώ στέλνω
εσύεσύ στέλνεις
αυτός/αυτήαυτός στέλνει
εμείςεμείς στέλνουμε
εσείςεσείς στέλνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί στέλνουν
Παρατατικός
εγώεγώ έστελνα
εσύεσύ έστελνες
αυτός/αυτήαυτός έστελνε
εμείςεμείς στέλναμε
εσείςεσείς στέλνατε
αυτοί/αυτέςαυτοί έστελναν
Αόριστος
εγώεγώ έστειλα
εσύεσύ έστειλες
αυτός/αυτήαυτός έστειλε
εμείςεμείς στείλαμε
εσείςεσείς στείλατε
αυτοί/αυτέςαυτοί έστειλαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα στέλνω
εσύεσύ θα στέλνεις
αυτός/αυτήαυτός θα στέλνει
εμείςεμείς θα στέλνουμε
εσείςεσείς θα στέλνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα στέλνουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα στείλω
εσύεσύ θα στείλεις
αυτός/αυτήαυτός θα στείλει
εμείςεμείς θα στείλουμε
εσείςεσείς θα στείλετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα στείλουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να στέλνω
εσύεσύ να στέλνεις
αυτός/αυτήαυτός να στέλνει
εμείςεμείς να στέλνουμε
εσείςεσείς να στέλνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να στέλνουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να στείλω
εσύεσύ να στείλεις
αυτός/αυτήαυτός να στείλει
εμείςεμείς να στείλουμε
εσείςεσείς να στείλετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να στείλουν
Usages & examples
στέλνω κάτι σε κάποιονΣτέλνω το αρχείο σε όλους τώρα.I'm sending the file to everyone now.
στέλνω κάποιον να + ρήμαΗ μαμά με έστειλε να πάρω γάλα.Mum sent me to buy milk.
Στείλε μου + αντικείμενοΣτείλε μου μήνυμα όταν φτάσεις.Send me a message when you arrive.
με στέλνειΑυτό το βίντεο με στέλνει!This video blows me away!