σφουγγαρίζω conjugation in Greek

"σφουγγαρίζω" is a common greek verb meaning "mop". Below are its conjugations across major tenses.

Open This Verb In App Browse Greek Verbs
σφουγγαρίζω

mop

Ενεστώτας

εγώεγώ σφουγγαρίζω
εσύεσύ σφουγγαρίζεις
αυτός/αυτήαυτός σφουγγαρίζει
εμείςεμείς σφουγγαρίζουμε
εσείςεσείς σφουγγαρίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί σφουγγαρίζουν

Παρατατικός

εγώεγώ σφουγγάριζα
εσύεσύ σφουγγάριζες
αυτός/αυτήαυτός σφουγγάριζε
εμείςεμείς σφουγγαρίζαμε
εσείςεσείς σφουγγαρίζατε
αυτοί/αυτέςαυτοί σφουγγάριζαν

Αόριστος

εγώεγώ σφουγγάρισα
εσύεσύ σφουγγάρισες
αυτός/αυτήαυτός σφουγγάρισε
εμείςεμείς σφουγγαρίσαμε
εσείςεσείς σφουγγαρίσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί σφουγγάρισαν

Μέλλοντας Διαρκείας

εγώεγώ θα σφουγγαρίζω
εσύεσύ θα σφουγγαρίζεις
αυτός/αυτήαυτός θα σφουγγαρίζει
εμείςεμείς θα σφουγγαρίζουμε
εσείςεσείς θα σφουγγαρίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα σφουγγαρίζουν

Συνοπτικός Μέλλοντας

εγώεγώ θα σφουγγαρίσω
εσύεσύ θα σφουγγαρίσεις
αυτός/αυτήαυτός θα σφουγγαρίσει
εμείςεμείς θα σφουγγαρίσουμε
εσείςεσείς θα σφουγγαρίσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα σφουγγαρίσουν

Υποτακτική Διαρκείας

εγώεγώ να σφουγγαρίζω
εσύεσύ να σφουγγαρίζεις
αυτός/αυτήαυτός να σφουγγαρίζει
εμείςεμείς να σφουγγαρίζουμε
εσείςεσείς να σφουγγαρίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να σφουγγαρίζουν

Συνοπτική Υποτακτική

εγώεγώ να σφουγγαρίσω
εσύεσύ να σφουγγαρίσεις
αυτός/αυτήαυτός να σφουγγαρίσει
εμείςεμείς να σφουγγαρίσουμε
εσείςεσείς να σφουγγαρίσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να σφουγγαρίσουν

Usages & examples

σφουγγαρίζω το πάτωμαΣφουγγαρίζω το πάτωμα κάθε Σάββατο.I mop the floor every Saturday.
πρέπει να σφουγγαρίσωΠρέπει να σφουγγαρίσω την κουζίνα πριν έρθουν οι καλεσμένοι.I have to mop the kitchen before the guests come.
σφουγγάρισε!Σφουγγάρισε καλά γύρω από το τραπέζι.Mop well around the table.
έχεις σφουγγαρίσει;Έχεις σφουγγαρίσει το μπάνιο ή να το κάνω εγώ;Have you mopped the bathroom or should I do it?