τυπώνω conjugation in Greek
"τυπώνω" is a common greek verb meaning "to print". Below are its conjugations across major tenses.
τυπώνω
to print
Ενεστώτας
εγώεγώ τυπώνω
εσύεσύ τυπώνεις
αυτός/αυτήαυτός τυπώνει
εμείςεμείς τυπώνουμε
εσείςεσείς τυπώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί τυπώνουν
Παρατατικός
εγώεγώ τύπωνα
εσύεσύ τύπωνες
αυτός/αυτήαυτός τύπωνε
εμείςεμείς τυπώναμε
εσείςεσείς τυπώνατε
αυτοί/αυτέςαυτοί τύπωναν
Αόριστος
εγώεγώ τύπωσα
εσύεσύ τύπωσες
αυτός/αυτήαυτός τύπωσε
εμείςεμείς τυπώσαμε
εσείςεσείς τυπώσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί τύπωσαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα τυπώνω
εσύεσύ θα τυπώνεις
αυτός/αυτήαυτός θα τυπώνει
εμείςεμείς θα τυπώνουμε
εσείςεσείς θα τυπώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα τυπώνουν
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα τυπώσω
εσύεσύ θα τυπώσεις
αυτός/αυτήαυτός θα τυπώσει
εμείςεμείς θα τυπώσουμε
εσείςεσείς θα τυπώσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα τυπώσουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να τυπώνω
εσύεσύ να τυπώνεις
αυτός/αυτήαυτός να τυπώνει
εμείςεμείς να τυπώνουμε
εσείςεσείς να τυπώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να τυπώνουν
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να τυπώσω
εσύεσύ να τυπώσεις
αυτός/αυτήαυτός να τυπώσει
εμείςεμείς να τυπώσουμε
εσείςεσείς να τυπώσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να τυπώσουν
Usages & examples
τυπώνω κάτιΜπορείς να μου τυπώσεις το εισιτήριο;Can you print the ticket for me?
τυπώνω … σε + υλικόΘα τυπώσουμε τη φωτογραφία σε καμβά.We’ll print the photo on canvas.
τυπώνω κάποιονΤου έκανα νόημα αλλά με τύπωσε τελείως.I signaled to him but he totally ignored me.
τυπώνω κάτι στο μυαλόΤύπωσε την ημερομηνία στο μυαλό σου, είναι σημαντική.Print the date in your mind, it’s important.