φυσάω conjugation in Greek
"φυσάω" is a common greek verb meaning "to blow". Below are its conjugations across major tenses.
φυσάω
to blow
Ενεστώτας
εγώεγώ φυσάω
εσύεσύ φυσάς
αυτός/αυτήαυτός φυσάει
εμείςεμείς φυσάμε
εσείςεσείς φυσάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί φυσάνε
Παρατατικός
εγώεγώ φυσούσα
εσύεσύ φυσούσες
αυτός/αυτήαυτός φυσούσε
εμείςεμείς φυσούσαμε
εσείςεσείς φυσούσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί φυσούσαν
Αόριστος
εγώεγώ φύσηξα
εσύεσύ φύσηξες
αυτός/αυτήαυτός φύσηξε
εμείςεμείς φυσήξαμε
εσείςεσείς φυσήξατε
αυτοί/αυτέςαυτοί φύσηξαν
Μέλλοντας Διαρκείας
εγώεγώ θα φυσάω
εσύεσύ θα φυσάς
αυτός/αυτήαυτός θα φυσάει
εμείςεμείς θα φυσάμε
εσείςεσείς θα φυσάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα φυσάνε
Συνοπτικός Μέλλοντας
εγώεγώ θα φυσήξω
εσύεσύ θα φυσήξεις
αυτός/αυτήαυτός θα φυσήξει
εμείςεμείς θα φυσήξουμε
εσείςεσείς θα φυσήξετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα φυσήξουν
Υποτακτική Διαρκείας
εγώεγώ να φυσάω
εσύεσύ να φυσάς
αυτός/αυτήαυτός να φυσάει
εμείςεμείς να φυσάμε
εσείςεσείς να φυσάτε
αυτοί/αυτέςαυτοί να φυσάνε
Συνοπτική Υποτακτική
εγώεγώ να φυσήξω
εσύεσύ να φυσήξεις
αυτός/αυτήαυτός να φυσήξει
εμείςεμείς να φυσήξουμε
εσείςεσείς να φυσήξετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να φυσήξουν
Usages & examples
φυσάει (καιρός)Φυσάει δυνατά στην παραλία.It’s blowing hard at the beach.
φυσάω κάτι για να κρυώσειΦύσα λίγο τη σούπα, καίει.Blow on the soup a bit, it’s hot.
φυσάω τα κεράκιαΗ Ελένη φύσηξε τα κεράκια και ευχήθηκε.Eleni blew out the candles and made a wish.
φυσάω μπαλόνιΦύσα πιο δυνατά το μπαλόνι να φουσκώσει.Blow the balloon harder so it inflates.