χρεώνω conjugation in Greek

"χρεώνω" is a common greek verb meaning "charge (money)". Below are its conjugations across major tenses.

Open This Verb In App Browse Greek Verbs
χρεώνω

charge (money)

Ενεστώτας

εγώεγώ χρεώνω
εσύεσύ χρεώνεις
αυτός/αυτήαυτός χρεώνει
εμείςεμείς χρεώνουμε
εσείςεσείς χρεώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί χρεώνουν

Παρατατικός

εγώεγώ χρέωνα
εσύεσύ χρέωνες
αυτός/αυτήαυτός χρέωνε
εμείςεμείς χρεώναμε
εσείςεσείς χρεώνατε
αυτοί/αυτέςαυτοί χρέωναν

Αόριστος

εγώεγώ χρέωσα
εσύεσύ χρέωσες
αυτός/αυτήαυτός χρέωσε
εμείςεμείς χρεώσαμε
εσείςεσείς χρεώσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί χρέωσαν

Μέλλοντας Διαρκείας

εγώεγώ θα χρεώνω
εσύεσύ θα χρεώνεις
αυτός/αυτήαυτός θα χρεώνει
εμείςεμείς θα χρεώνουμε
εσείςεσείς θα χρεώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα χρεώνουν

Συνοπτικός Μέλλοντας

εγώεγώ θα χρεώσω
εσύεσύ θα χρεώσεις
αυτός/αυτήαυτός θα χρεώσει
εμείςεμείς θα χρεώσουμε
εσείςεσείς θα χρεώσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα χρεώσουν

Υποτακτική Διαρκείας

εγώεγώ να χρεώνω
εσύεσύ να χρεώνεις
αυτός/αυτήαυτός να χρεώνει
εμείςεμείς να χρεώνουμε
εσείςεσείς να χρεώνετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να χρεώνουν

Συνοπτική Υποτακτική

εγώεγώ να χρεώσω
εσύεσύ να χρεώσεις
αυτός/αυτήαυτός να χρεώσει
εμείςεμείς να χρεώσουμε
εσείςεσείς να χρεώσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να χρεώσουν

Usages & examples

χρεώνω κάποιον ποσόΟ υδραυλικός μας χρέωσε εξήντα ευρώ για την επισκευή.The plumber charged us sixty euros for the repair.
χρεώνω την κάρταΧρεώστε την κάρτα μου, παρακαλώ.Charge my card, please.
χρεώνω σε κάποιον ευθύνηΜη μου χρεώνεις την καθυστέρηση, δεν έφταιγα.Don't blame me for the delay; it wasn't my fault.