χτενίζω conjugation in Greek

"χτενίζω" is a common greek verb meaning "comb". Below are its conjugations across major tenses.

Open This Verb In App Browse Greek Verbs
χτενίζω

comb

Ενεστώτας

εγώεγώ χτενίζω
εσύεσύ χτενίζεις
αυτός/αυτήαυτός χτενίζει
εμείςεμείς χτενίζουμε
εσείςεσείς χτενίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί χτενίζουν

Παρατατικός

εγώεγώ χτένιζα
εσύεσύ χτένιζες
αυτός/αυτήαυτός χτένιζε
εμείςεμείς χτενίζαμε
εσείςεσείς χτενίζατε
αυτοί/αυτέςαυτοί χτένιζαν

Αόριστος

εγώεγώ χτένισα
εσύεσύ χτένισες
αυτός/αυτήαυτός χτένισε
εμείςεμείς χτενίσαμε
εσείςεσείς χτενίσατε
αυτοί/αυτέςαυτοί χτένισαν

Μέλλοντας Διαρκείας

εγώεγώ θα χτενίζω
εσύεσύ θα χτενίζεις
αυτός/αυτήαυτός θα χτενίζει
εμείςεμείς θα χτενίζουμε
εσείςεσείς θα χτενίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα χτενίζουν

Συνοπτικός Μέλλοντας

εγώεγώ θα χτενίσω
εσύεσύ θα χτενίσεις
αυτός/αυτήαυτός θα χτενίσει
εμείςεμείς θα χτενίσουμε
εσείςεσείς θα χτενίσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί θα χτενίσουν

Υποτακτική Διαρκείας

εγώεγώ να χτενίζω
εσύεσύ να χτενίζεις
αυτός/αυτήαυτός να χτενίζει
εμείςεμείς να χτενίζουμε
εσείςεσείς να χτενίζετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να χτενίζουν

Συνοπτική Υποτακτική

εγώεγώ να χτενίσω
εσύεσύ να χτενίσεις
αυτός/αυτήαυτός να χτενίσει
εμείςεμείς να χτενίσουμε
εσείςεσείς να χτενίσετε
αυτοί/αυτέςαυτοί να χτενίσουν

Usages & examples

χτενίζω κάποιον/κάτιΗ μαμά χτενίζει την κόρη της πριν από το σχολείο.Mom combs her daughter’s hair before school.
χτενίζομαιΧτενίζομαι και βγαίνω έξω σε πέντε λεπτά.I’m combing my hair and I’ll be out in five minutes.
χτενίζω την περιοχήΗ αστυνομία χτένισε την παραλία για στοιχεία.The police combed the beach for evidence.
χτενίζω ένα κείμενοΧρειάζεται να χτενίσεις λίγο το βιογραφικό σου πριν το στείλεις.You need to polish your résumé a bit before sending it.